article background image

Ο Αντώνης Μυλωνάκης γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Από πολύ μικρή ηλικία στράφηκε στη συγγραφή, δημιουργώντας ιστορίες για την αδερφή του, η οποία συχνά γινόταν η κεντρική ηρωίδα των αφηγήσεών του. Από το βραβευμένο του ντεμπούτο, «Ο καθρέφτης και η προφητεία του Γκρέινορθ» (2016), μέχρι το πολυσυζητημένο «Ιππόκαμπος» (2023), που απέσπασε ευρεία αποδοχή και διακρίσεις, και τη σημαντική παρουσία του στην παιδική λογοτεχνία με τη σειρά «Λίλυ και Άλεξ», ο ίδιος έχει καταφέρει να χτίσει έναν πολυσχιδή συγγραφικό κόσμο. Το πιο πρόσφατο έργο του για ενήλικες, «Εννιά», επιβεβαιώνει τη δυναμική του πορεία, συγκεντρώνοντας εξαιρετικές κριτικές και θέση σε λίστες προτεινόμενων αναγνωσμάτων. Όλα τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Πίσω όμως από τα βιβλία, υπάρχει μια στάση ζωής που εντυπωσιάζει. Ο Αντώνης Μυλωνάκης αντιμετωπίζει τη συγγραφή με πειθαρχία σχεδόν ασκητική. Έχοντας αφήσει συνειδητά την «κανονική» εργασία του, αφιερώνεται καθημερινά, με ωράριο και επιμονή, στη συνεχή άσκηση της γραφής, όχι περιμένοντας την έμπνευση, αλλά καλλιεργώντας την. Για εκείνον, κάθε λέξη είναι αποτέλεσμα δουλειάς, κάθε κείμενο προϊόν αφοσίωσης.

Ζώντας λιτά αλλά με πλήρη επίγνωση της επιλογής του, περιγράφει τον εαυτό του ως «πάμφτωχο πάμπλουτο», υπενθυμίζοντας πως η δημιουργία έχει το δικό της, ξεχωριστό μέτρο αξίας. Και ίσως αυτή ακριβώς η τόλμη —η πίστη ότι «τους τολμηρούς η τύχη ευνοεί»— να είναι το στοιχείο που διατρέχει τόσο τη ζωή όσο και το έργο του. Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Αντώνης Μυλωνάκης μιλά για τη βαθιά του ανάγκη να γράφει, τις επιλογές που τον καθόρισαν και τη σχέση του με μια τέχνη που δεν είναι απλώς επάγγελμα, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του.

Ύστερα από μια περίοδο έντονου άγχους, επιλέξατε να ακολουθήσετε το βαθύτερο όνειρό σας και να αφιερωθείτε ολοκληρωτικά στη συγγραφή, παίρνοντας την τολμηρή απόφαση να παραιτηθείτε από τη δουλειά σας. Υπήρξε έστω και μία στιγμή που αμφισβητήσατε αυτή την επιλογή ή τη μετανιώσατε;

Κάθε πρωί για τους πρώτους έξι μήνες πίστευα ότι έχω κάνει λάθος επιλογή. Πάρα πολύ δύσκολη περίοδος. Η αμφιβολία σε τρώει από μέσα. Ξυπνάς και νιώθεις ότι μικραίνεις. Αυτό που με έσωσε ήταν όταν έβαλα ωράριο στο γράψιμό μου. Εννιά με έξι κάθε μέρα. Ο εγκέφαλος επιτέλους το αποδέχτηκε σαν δουλειά – έφυγε το «ντροπή σου που δεν δουλεύεις και κάνεις το χόμπι σου!» – και άρχισε να με προστατεύει από την αμφιβολία. Παραδόξως, ο προγραμματισμός βοήθησε και την δημιουργικότητά μου.

Πώς είναι να ζεις με τα ελάχιστα; Σε απελευθερώνει ή σε αγχώνει;

Είναι υπερδύναμη να μην έχεις ανάγκη τίποτα. Μοιάζει σαν αίσθηση όπως όταν κόβεις το τσιγάρο. Νιώθεις πανίσχυρος. Σκέψου, στα γενέθλιά μου με ρωτούσαν τι δώρο να μου πάρουν και δεν είχα τι να απαντήσω. Δεν είχα ανάγκη τίποτα. Ούτε ταξίδια, ούτε ρούχα. Ήμουν ευχαριστημένος που ξυπνούσα κάθε πρωί και έκανα αυτό που ήθελα. Μου αρκούσε. Αυτό κράτησε τέσσερα χρόνια και το μόνο που μου έλειψε τότε ήταν να μπορώ να παίρνω ωραία δώρα στους φίλους μου.

Γιατί επιλέξατε τον τίτλο «Εννιά» για τη συλλογή σας; Έχει για εσάς κάποιον ιδιαίτερο, ίσως συμβολικό, χαρακτήρα ο συγκεκριμένος αριθμός;

Ο αριθμός εννιά είναι ο τελευταίος μονοψήφιος αριθμός. Απο κει κι ύστερα ξεκινούν οι διψήφιοι, τριψηφιοι κοκ. Μου αρέσει αυτή η μοναδικότητα, κρύβει δύναμη. Την δύναμη της μετάβασης, ενός κύκλου που κλείνει.

Ο Αντώνης Μυλωνάκης μέσα από τις ιστορίες του βιβλίου «Εννιά» θέλει να δείξει αυτά που έχουν πραγματικά αξία στη ζωή

Πώς γεννήθηκε η αρχική ιδέα της συλλογής; Ήταν μια ξαφνική έμπνευση ή μια σκέψη που ωρίμαζε μέσα σας για καιρό;

Δεν ήταν ξαφνική. Τα διηγήματα τα γράφω χρόνια. Τα έβλεπα σαν άσκηση πειθαρχίας. Να χωρέσεις μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγες σελίδες, χωρίς περιττά βήματα. Είναι απαιτητική μορφή, δεν συγχωρεί. Σε μια περίοδο που ένιωθα ότι αλλάζω, συνειδητοποίησα πως αρκετά από αυτά τα κείμενα συνομιλούσαν μεταξύ τους. Δεν ήταν απλώς ξεχωριστές ιστορίες, αλλά είχαν κοινό τόπο, κοινή αγωνία. Από τα περισσότερα από σαράντα που είχα γράψει, ξεχώρισα εννιά που ανήκαν στον ίδιο κύκλο. Και τότε κατάλαβα ότι είχαν γίνει βιβλίο.

Υπάρχει κάποιο από τα διηγήματα που αισθάνεστε πως σας εκφράζει περισσότερο και σας μαθαίνουμε καλύτερα;

Υπάρχει ένα ναι, λέγεται η «Τρύπα» και είναι η ιστορία ενός αγοριού που φοβάται μην μεταμορφωθεί σε πουλί και πετάξει μακριά.

Πώς αντιλαμβάνεστε όταν μια ιστορία έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και είναι έτοιμη να παραδοθεί στον αναγνώστη;

Όταν τελειώσει μια ιστορία ακολουθεί ολόκληρη διαδικασία. Τη διαβάζω δυνατά, ακούω αν ρέει και ύστερα τη διαβάζω πάνω από εκατό φορές μέχρι το σημείο τα μάτια μου να αντιλαμβάνονται το γραπτό ως φωτογραφία. Εκεί ξέρω ότι δεν μπορώ πια να επέμβω άλλο και την εμπιστεύομαι σε κάποιους ανθρώπους. Τους ακούω, τη συζητάμε. Αν δεν έχουμε πολλά να πούμε η ιστορία έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της.

Θεωρείτε ότι η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία αποφεύγει ή διστάζει τη θρησκευτική κριτική;

Αν διάβαζα κάθε χρόνο και τα 2.000 βιβλία λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στην Ελλάδα θα έπαιρνα θέση. Αλλά επειδή είναι αδύνατον και δεν θέλω να αδικήσω ούτε έναν, θα πω μόνο ότι εύχομαι να το κάνουν. Η λογοτεχνία οφείλει να δοκιμάζει τα όρια. Ειδικά τα θρησκευτικά. Ειδικά αυτή την εποχή.

Ο άνθρωπος διαμορφώνει συνειδητά τη μοίρα του ή την ερμηνεύει εκ των υστέρων, για να δώσει νόημα σε ό,τι του συμβαίνει; Εσείς γενικότερα σε τι πιστεύετε;

Είναι κάπως άδικη η ζωή. Διότι τα χρόνια που διαμορφώνεται η μοίρα σου και παίρνονται οι πιο κρίσιμες αποφάσεις για σένα, εσύ είσαι μόλις έξι και μαθαίνεις να γράφεις το όνομά σου. Κάποιοι άνθρωποι, ελάχιστοι, καταφέρνουν με πολύ κόπο να σπάσουν το καλούπι και συνειδητά να σχεδιάσουν ένα νέο που να τους χωράει καλύτερα. Αλλά οι περισσότεροι το ντύνουν με ερμηνείες. Όχι για να δώσουν νόημα αλλά περισσότερο για να το δικαιολογήσουν.

Ποια είναι η μεγαλύτερη ανησυχία σας για το μέλλον;

Αν θα καταφέρω να βιοπορίζομαι από αυτό που αγαπώ και ο θάνατος των αγαπημένων μου προσώπων.

Θεωρείτε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι περισσότερο φοβισμένος ή περισσότερο αδιάφορος απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω του;

Νομίζω πως στο τέλος του φόβου περιμένει η αδιαφορία. Υπάρχει ένα σημείο, αν φοβάσαι πολύ και για καιρό, που εάν το ξεπεράσεις ο εγκέφαλος σηκώνει τείχη και σε προστατεύει από την περεταίρω έκθεση. Εκεί έρχεται η παράλυση ή αλλιώς η αδιαφορία. Το βλέπω και από τον εαυτό μου πως αντιδράω πια σε συνταρακτικές ειδήσεις. Το βλέπω και γύρω μου. Δεν έχουμε την ανάλογη αντίδραση σε αυτά που συμβαίνουν.

Σας προβληματίζει το γεγονός ότι τα μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο;

Δεν με προβληματίζει. Με πληγώνει. Γιατί πέρα από το πολιτιστικό κόστος ξέρω και προσωπικά κάποιους βιβλιοπώληδες και τι αγώνα δίνουν για να τα κρατήσουν ζωντανά. Υπάρχει πρόβλημα και πρέπει όλοι να δράσουμε. Απαιτεί ένα πολύ μικρό κόπο. Τα βιβλία για τα παιδιά ή τα δικά μας να τα αγοράζουμε από τα βιβλιοπωλεία της γειτονιάς. Αυτό, τίποτα άλλο. Αυτή η μικρή κίνηση μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά αν γίνει συλλογικά.

Εκτιμάτε ότι σήμερα στην Ελλάδα διαβάζουμε λιγότερο ή απλώς με διαφορετικό τρόπο σε σχέση με το παρελθόν;

Διαβάζουμε λιγότερο και διαφορετικά. Η διάσπαση προσοχής έχει γίνει κανονικότητα, και στα παιδιά και στους ενήλικες. Έχουμε συνηθίσει σε σύντομα ερεθίσματα και σε γρήγορες εναλλαγές. Το βιβλίο, όμως, ζητά να του παραδώσεις ολόκληρη την προσοχή σου για ώρα, κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν πολυτέλεια. Παρόλα αυτά, θέλω να παραμένω αισιόδοξος. Βλέπω μικρές, επίμονες προσπάθειες από γονείς, εκπαιδευτικούς, δημιουργούς, ανθρώπους που επιμένουν να κρατούν το βιβλίο ζωντανό. Πιστεύω ότι το βιβλίο θα ξαναπάρει τη θέση που του αξίζει στη συνείδησή μας.

Ποιες εικόνες και ποια συναισθήματα σας έρχονται στο μυαλό όταν σκέφτεστε την πρώτη ιστορία που γράψατε στα δώδεκά σας, προσπαθώντας να κερδίσετε την προσοχή της αδελφής σας;

Η πρώτη αντίδρασή μου είναι να κλείσω τα μάτια και να χαμογελάσω. Και ύστερα θυμάμαι την απίστευτη, παραλυτική αγωνία μου για την αντίδρασή της. Το κλικ που μου καθόρισε τη ζωή, συνέβη όταν η αδερφή μου βγήκε από το δωμάτιο της και με ρώτησε που είναι η συνέχεια της ιστορίας. Υπήρχα πια στα μάτια της επειδή έγραφα.

Παράλληλα, έχετε παρουσιάσει τη συλλογή «Λίλυ και Άλεξ» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι τελικά πιο απαιτητικό να γράφετε για παιδιά ή για ενήλικες; Υπάρχουν πράγματα που δεν θα γράφατε ποτέ σε παιδικό βιβλίο;

Αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με το παιδικό βιβλίο πρέπει να γνωρίζει ότι έχει μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας από των ενηλίκων. Ο συγγραφέας καλείται να ξεχειλίζει από δημιουργικότητα και φαντασία όντας κλεισμένος μέσα σε ένα σφραγισμένο κουτί. Είναι γεμάτο περιορισμούς και κανόνες. Ωστόσο αν πετύχει, είναι κάτι το μαγικό.

«Όταν κάνω εικόνα ένα παιδί να διαβάζει βιβλίο μου, με ευχαριστεί η σκέψη ότι γυρνάει τις σελίδες με αγωνία και ότι δεν μπορεί να το αφήσει από τα χέρια του» λέει ο Αντώνης Μυλωνάκης

Τι θεωρείτε πως δεν πρέπει ποτέ να υποτιμά ένας συγγραφέας όταν απευθύνεται σε παιδιά;

Το μυαλό τους. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ο διδακτισμός. Πολλοί γράφουν για παιδιά σαν να απευθύνονται σε ανώριμους αναγνώστες που πρέπει να «εκπαιδευτούν». Το παιδί το καταλαβαίνει αμέσως και κλείνει το βιβλίο. Τα τελευταία χρόνια έχω βρεθεί μπροστά σε εκατοντάδες παιδιά. Είναι πιο γρήγορα, πιο παρατηρητικά, πιο απαιτητικά απ’ όσο ήμασταν εμείς. Δεν τα ξεγελάς. Και επίσης σήμερα τα παιδιά έχουν και το άλλο, αν δεν τους αρέσει η πρώτη παράγραφος, αφήνουν το βιβλίο στην άκρη. Κάθε πρόταση που γράφει ο συγγραφέας είναι ένας μικρός αγώνας να κρατήσει την προσοχή του παιδιού. Ειδικά για τις ηλικίες 8-12.

Μέσα από τον χαρακτήρα του Άλεξ θίγετε το ζήτημα του σχολικού εκφοβισμού. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να ενσωματώσετε αυτό το θέμα στην ιστορία;

Βγήκε αβίαστα γιατί είναι κάτι που συμβαίνει σε καθημερινή βάση. Τα παιδιά είναι πολύ σκληρά και δοκιμάζουν τα όρια τους κάθε μέρα. Είναι μια άσκηση αντοχής και προετοιμασίας. Μια αρένα. Οπότε, επειδή έχω ανίψια και ξέρω πόσο πονάει, δεν γινόταν να μην γράψω για αυτό.

Επιθυμείτε οι μικροί σας αναγνώστες να ταυτιστούν με τους ήρωες ή κυρίως να ονειρευτούν μέσα από αυτούς;

Όταν κάνω εικόνα ένα παιδί να διαβάζει βιβλίο μου, με ευχαριστεί η σκέψη ότι γυρνάει τις σελίδες με αγωνία και ότι δεν μπορεί να το αφήσει από τα χέρια του. Το συγκεκριμένο βιβλίο το είχα γράψει για τα ανίψια μου και δεν είχα σκοπό να εκδοθεί. Και σήμερα, δύο χρόνια μετά λαμβάνω τόσα μηνύματα από γονείς που με ρωτάνε τι θα γίνει στην συνέχεια για να πουν στα παιδιά τους. Δεν μπορώ να σου περιγράψω τη χαρά μου που πέτυχε το συγκεκριμένο βιβλίο. Με κάνει να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια.

Πώς καταφέρνετε να δημιουργείτε παιδικούς χαρακτήρες που είναι ευφυείς και ζωντανοί, χωρίς να μοιάζουν με «ενήλικες σε μικρό σώμα»;

Ένας συγγραφέας μοιάζει λίγο με έναν ηθοποιό. Όταν γράφω για ένα χαρακτήρα οφείλω να αποκοπώ πλήρως από εμένα και να μπω στα παπούτσια και στο νευρικό του σύστημα. Είναι μια μαγική διαδικασία, λοιπόν, όταν ο ήρωάς μου είναι ένα παιδί. Πρέπει να κατέβω στο ύψος του, να ανακαλέσω όλους τους μηχανισμούς σκέψης που έκανα ως παιδί και να τους προσαρμόσω στην νέα αυτή προσωπικότητα. Για περίπου δυο ώρες την ημέρα το καταφέρνω. Μετά σαν εξαντλείται η δύναμη μου να γίνομαι κάποιος άλλος, επανέρχομαι στο σώμα μου και απλα κάνω επιμέλεια.

Να περιμένουμε σύντομα τη συνέχεια της σειράς «Λίλυ και Άλεξ» ή κρατάτε ακόμη κλειστά τα χαρτιά σας;

Το τέταρτο μέρος έρχεται και ανεβάζει απότομα την ένταση. Νομίζω είναι το καλύτερο μέχρι τώρα. Η ιστορία όμως έχει σχεδιαστεί εξαρχής ως ενιαίο έργο, το οποίο ολοκληρώνεται σε πέντε βιβλία. Όποιο παιδί τα διαβάσει όλα, στην πραγματικότητα θα έχει διανύσει ένα μυθιστόρημα περίπου 500 σελίδων. Και το πιο σημαντικό θα έχει μάθει να αγαπάει το βιβλίο.

Νιώθετε ότι διατηρείτε μέσα σας ζωντανό το παιδί που κάποτε ήσασταν;

Η ανεμελιά δεν υπάρχει πια στον ίδιο βαθμό· το άγχος την έχει περιορίσει. Αλλά όταν γράφω για τη Λίλυ και τον Άλεξ, όταν πρέπει να δω τον κόσμο από χαμηλότερο ύψος, κάτι μέσα μου μετακινείται. Και τότε καταλαβαίνω ότι δεν το έχασα. Απλώς μεγάλωσε μαζί μου.

«Tο επόμενο βιβλίο ενηλίκων που ετοιμάζω είναι υπερβολικά τολμηρό και τελείως διαφορετικό από όσα έχω κάνει. Τρέμω στην ιδέα να κυκλοφορεί. Όλοι μου λένε όχι αλλά εγώ tο πιστεύω πολύ» λέει ο Αντώνης Μυλωνάκης

Τι σας φοβίζει περισσότερο; Η αποτυχία ή η στασιμότητα;

Η αποτυχία θα έρθει, είναι μέσα στο πρόγραμμα. Η στασιμότητα από την άλλη είναι τρομακτική, ειδικά άμα έχει μεγάλη διάρκεια. Το να μην κάνεις τίποτα ή το να επαναλαμβάνεις το ίδιο για πολλά χρόνια, είναι όπως και να το κάνουμε ένας μικρός θάνατος. Είναι και ο λόγος που το επόμενο βιβλίο ενηλίκων που ετοιμάζω είναι υπερβολικά τολμηρό και τελείως διαφορετικό από όσα έχω κάνει. Τρέμω στην ιδέα να κυκλοφορεί. Όλοι μου λένε όχι αλλά εγώ θέλω να το κάνω. Το πιστεύω πολύ. Νιώθω την ίδια αγωνία που ένιωθα 12 χρονών έξω από την πόρτα της αδερφής μου.

Τι σημαίνει για εσάς ο έρωτας; Θυμάστε πότε ήταν τελευταία φορά που νιώσατε ένα τόσο δυνατό συναίσθημα;

Ο έρωτας είναι ένα υπέροχο πράγμα που όσο μεγαλώνω έχω την αίσθηση ότι αλλάζει μορφή. Έρχεται πιο σπάνια και με λιγότερη ένταση. Αλλιώς ερωτεύεσαι στα δεκάξι και αλλιώς στα σαράντα.Το σημαντικό είναι να μη φοβάσαι να αφεθείς όταν έρθει. Είναι ένα δώρο που δεν κρατάει πολύ. Και κάποια στιγμή τελειώνει.

Κοιτάζοντας πίσω, υπήρξαν άνθρωποι που σας πλησίασαν με ειλικρίνεια και ενδιαφέρον, όμως εσείς —ίσως από ανασφάλεια ή προσωπικά σας «μπλοκαρίσματα»— κρατήσατε αποστάσεις ή τους απορρίψατε; Έχετε νιώσει ποτέ ότι, άθελά σας, πληγώσατε κάποιον με αυτή τη στάση;

Μεγαλώνοντας ο κύκλος των ανθρώπων που έχω γύρω μου μικραίνει και ταυτόχρονα δυσκολεύει στο να υπάρχουν νέες αναδιατάξεις. Τρέχει η καθημερινότητα με τρελούς ρυθμούς και φαντάζομαι πως σίγουρα θα έχω κάνει λάθος εκτιμήσεις σε ανθρώπους και θα άφησα να πάνε χαμένες ευκαιρίες. Εύχομαι μόνο μην έχω πληγώσει κάποιον ή κάποια πολύ.

Πώς φαντάζεστε τη ζωή σας εάν κάποια μέρα καταφέρετε να ζείτε αποκλειστικά από τα βιβλία σας;

Θα είναι απλώς μια υπέροχη ζωή, η ζωή μου.