Ο Κωνσταντίνος Δέμης βρίσκεται εδώ και περισσότερα από δύο δεκαετίες στον χώρο του animation, έχοντας περάσει από διαφορετικούς ρόλους και μορφές οπτικής δημιουργίας. Από το 1999, όταν ξεκίνησε ως 3D artist, μέχρι τη σκηνοθεσία και την καλλιτεχνική διεύθυνση, έχει συμμετάσχει σε δεκάδες παραγωγές, ενώ είναι συνιδρυτής του Mascista Studio, ενός από τα γνωστότερα animation και VFX στούντιο στην Ελλάδα.
Παράλληλα, έχει ακολουθήσει μια προσωπική καλλιτεχνική πορεία που κινείται ανάμεσα στη ζωγραφική, το video art, τις εγκαταστάσεις, την αναλογική φωτογραφία και το animation. Του αρέσει να δοκιμάζει διαφορετικά μέσα και τεχνικές, να συνδυάζει το ψηφιακό με το αναλογικό και να αναζητά κάθε φορά τον τρόπο που ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία που θέλει να πει.
Αυτή η προσωπική πλευρά του βρίσκεται στο επίκεντρο και της τελευταίας του ταινίας, «Ο Σκύλος» («The Dog»), που βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα της Γλυκερίας Πατραμάνη. Η ταινία ακολουθεί έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται πλέον να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες και σταδιακά αρχίζει να χάνει την αξιοπρέπεια, την κοινωνική του θέση και κομμάτια της ταυτότητάς του. Μια ιστορία για την επισφάλεια, τη μοναξιά και το πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να βρεθεί στο περιθώριο.
Το «The Dog» απέσπασε το βραβείο sound design στο Φεστιβάλ Δράμας και λίγο αργότερα κέρδισε το βραβείο του Ελληνικού Διαγωνιστικού στο Animasyros, ανάμεσα σε μια σειρά ελληνικών ταινιών που ανέδειξαν τη δυναμική που έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια το εγχώριο animation. Με αφορμή τις δύο διακρίσεις, ο Κωνσταντίνος Δέμης μιλά στο ethnos.gr για την ιστορία πίσω από το «The Dog», την Αθήνα που κρύβεται μέσα στις εικόνες του, την απώλεια της αξιοπρέπειας και την κοινωνία που συνηθίζει όλο και περισσότερο να βλέπει ανθρώπους στο περιθώριο.
Πώς ζήσατε τη στιγμή που ακούσατε ότι το «The Dog» κερδίζει το βραβείο του Ελληνικού Διαγωνιστικού στο Animasyros; Ήταν κάτι που περιμένατε ή σας αιφνιδίασε;
Ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Η αλήθεια είναι πως προσπαθούσα να μην το σκέφτομαι μέχρι και την τελευταία στιγμή. Συμμετείχαν πολύ αξιόλογες ταινίες φέτος στο Ελληνικό Διαγωνιστικό και σε πολύ διαφορετικό ύφος η καθεμία. Παρ’ όλα αυτά, είχα φροντίσει να έχω γράψει ένα μικρό ευχαριστήριο, για καλό και για κακό, ώστε να μην παρουσιαστώ απροετοίμαστος, όπως στο Φεστιβάλ της Δράμας, όπου αιφνιδιάστηκα.
Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα της Γλυκερίας Πατραμάνη. Τι ήταν αυτό που σας κέρδισε τόσο έντονα στο κείμενο και σας έκανε να σκεφτείτε ότι αυτή η ιστορία θα μπορούσε να μεταφερθεί σε animation;
Το διήγημα άγγιξε κάποιες προσωπικές φοβίες μου και επανέφερε στην επιφάνεια προβληματισμούς που είχα κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την κρίση. Θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να παραιτείται από την ανθρώπινη υπόστασή του, αν δεν κατάφερνε να έχει τις συνθήκες που θα του επέτρεπαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. Ήταν μια άσκηση στοχασμού πάνω στο τι σημαίνει να θεωρείς τον εαυτό σου αξιοπρεπή, όταν το περιβάλλον στο αρνείται. Δεν βρέθηκα ο ίδιος σε κατάσταση επισφάλειας, αλλά θυμάμαι να βλέπω τα επίπεδα απελπισίας γύρω μου να ανεβαίνουν. Ως μέσο διαλέξαμε το animation από κοινού με τη Γλυκερία, καθώς η ίδια είχε δει μέρος της δουλειάς μου που πίστευε πως θα ταίριαζε να αποδώσει εικαστικά τον κόσμο του διηγήματος.
Όταν μεταφέρετε ένα λογοτεχνικό κείμενο στην οθόνη, σας ενδιαφέρει περισσότερο να διατηρήσετε την ιστορία, την ατμόσφαιρα ή κυρίως το συναίσθημα που σας προκάλεσε όταν το διαβάσατε;
Η ιστορία είναι πάντα σημαντική και προσωπικά θεωρώ πως πρέπει να γίνονται σεβαστές, όσο γίνεται, οι αποφάσεις που έχει πάρει κάποιος πριν από εμένα, δημιουργώντας το έργο του. Η ατμόσφαιρα είναι απλώς θέμα επιλογής, αν θα ακολουθηθεί, αλλά τα συναισθήματα που νιώθω όταν έρχομαι σε επαφή με ένα έργο είναι σίγουρα οδηγοί για την κατεύθυνση στην οποία θα επέλεγα να στρέψω την απόδοσή του.
Ο κόσμος του «The Dog» είναι σκοτεινός, σκληρός και αρκετά ασφυκτικός. Πώς χτίσατε οπτικά αυτή την πόλη και πόσο σημαντικό ήταν το περιβάλλον για να καταλάβουμε σταδιακά τι συμβαίνει στον ήρωα;
Το αστικό τοπίο που έχουμε δημιουργήσει βασίζεται φυσικά στην πόλη που ξέρω καλύτερα, την Αθήνα. Δεν ήθελα, βέβαια, να 'ναι πιστή απόδοση συγκεκριμένων σημείων της πόλης. Γενικότερα, ήθελα να φαίνεται μια μεγαλούπολη του Ευρωπαϊκού Νότου. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για έναν μη-τόπο, ο οποίος έχει καταλυτική δράση στο να απολέσει ο πρωταγωνιστής μας τον καθωσπρέπει μανδύα του. Ο ουρανός φαίνεται μόνο σε δύο πλάνα, τελείως αποκομμένος από το τοπίο δράσης. Όλοι οι χαρακτήρες που συναντάμε φαίνονται κάπως παγιδευμένοι σε αυτό το τοπίο. Είναι όλοι κάτοικοι μιας πόλης που μοιάζει περισσότερο με λαβυρινθώδες κουτί. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί χαρακτήρες εδώ.

Στην ταινία βλέπουμε έναν άνθρωπο που, όσο δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και την πιο βασική ανάγκη, αρχίζει σιγά-σιγά να χάνει κομμάτια του εαυτού του. Πόσο κοντά θεωρείτε ότι βρίσκεται αυτή η ιστορία σε όσα συμβαίνουν γύρω μας σήμερα;
Είναι σημαντικό ότι ο ήρωας της ταινίας βρίσκεται στην αρχή της ταινίας στο σπίτι του. Ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, έπιπλα και διακοσμητικά που θα μπορούσαν να υπάρχουν στο μέσο σπίτι ενός καλλιεργημένου εργένη που μένει στο κέντρο της Αθήνας μια δεκαετία πριν. Δεν θεωρώ πως ο περισσότερος κόσμος βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση από το να του συμβεί κάτι τέτοιο.
Η πείνα, η μοναξιά και η σταδιακή απώλεια της αξιοπρέπειας βρίσκονται στο κέντρο της ιστορίας. Πιστεύετε ότι ως κοινωνία έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε περισσότερο την εικόνα ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο;
Φυσικά. Η κοινωνία μας έχει γίνει πλήρως ατομικιστική και το να είναι κάποιος περιθωριοποιημένος θεωρείται αποτέλεσμα των επιλογών του και άρα εφόσον έχει βρεθεί μόνος του σε αυτή τη θέση, δεν αξίζει πραγματικά βοήθεια. Ως επακόλουθο, αμβλύνεται και η δυνατότητά μας να κατανοήσουμε και να συμπάσχουμε με τη δυσκολία του άλλου.
Το φετινό ελληνικό διαγωνιστικό του Animasyros έμοιαζε πιο ενδιαφέρον και ολοκληρωμένο από προηγούμενες χρονιές. Πώς βλέπετε εσείς το επίπεδο του ελληνικού animation σήμερα;
Όπως ανέφερα και πριν, το φετινό Ελληνικό Διαγωνιστικό είχε πραγματικά καλές ταινίες, βασισμένες σε αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους τεχνικές, και ένα μεγάλο εύρος θεμάτων. Το επίπεδο όντως ανεβαίνει τα τελευταία χρόνια. Είμαστε όμως αρκετά πίσω ως industry (αν και δεν μου αρέσει ο όρος) σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όχι σε επίπεδο ατομικών δημιουργών, αλλά σε επίπεδο υποδομών, χρηματοδοτικών εργαλείων και κουλτούρας.
Τι θεωρείτε ότι χρειάζεται περισσότερο το ελληνικό animation για να κάνει το επόμενο βήμα; Περισσότερη χρηματοδότηση, καλύτερες υποδομές, εκπαίδευση, μεγαλύτερη εξωστρέφεια ή κυρίως περισσότερες ευκαιρίες για να παραχθούν νέες ταινίες;
Όλα τα παραπάνω, καθώς, αν λείπει κάποιο από αυτά τα στοιχεία, δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη του ελληνικού animation. Πρέπει να υπάρχει νέος κόσμος που θέλει και έχει την ευκαιρία να σπουδάσει animation, παραγωγές για να απορροφηθεί, διανομή και σινεμά για να μπορεί το κοινό να δει τις ταινίες και επαρκής χρηματοδότηση για να παραχθούν νέες. Φυσικά, χρηματοδότηση βασισμένη μόνο στα εθνικά χρηματοδοτικά εργαλεία δεν πρόκειται να είναι επαρκής για να παραχθούν ταινίες ικανές να χτυπήσουν τις ξένες παραγωγές σε σταθερή βάση, οπότε εδώ υπεισέρχεται και ο παράγοντας της εξωστρέφειας. Οι ταινίες και οι σειρές animation είναι ιδανικά projects για το χτίσιμο συμπαραγωγικών σχημάτων.
Πόσο σημαντικά είναι φεστιβάλ όπως το Animasyros για έναν Έλληνα animator, όχι μόνο ως χώρος προβολής αλλά και ως σημείο επαφής με δημιουργούς, παραγωγούς και ανθρώπους της διεθνούς αγοράς;
Τα φεστιβάλ είναι διεθνώς ένας από τους βασικούς πυλώνες της ανάπτυξης του animation. Είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε στη χώρα μας ένα φεστιβάλ όπως το Animasyros και σίγουρα έχει παίξει μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του χώρου συνολικά. Κυρίως όμως είναι ένα εξαιρετικό μέσο γνωριμίας του ευρύτερου κοινού με τον χώρο του animation στην πιο αγνή μορφή του, την κινηματογραφική και καλλιτεχνική του έκφραση.
Όταν ολοκληρώνετε μια προσωπική ταινία και αρχίζει να ταξιδεύει σε φεστιβάλ, καταφέρνετε εύκολα να πείτε «μέχρι εδώ, τελείωσε» ή, επειδή μπορεί να είστε αυστηρός με τον εαυτό σας, συνεχίζετε να τη σκέφτεστε και να βρίσκετε πράγματα που θα θέλατε να αλλάξετε;
Φυσικά βρίσκω πράγματα που θα ήθελα να αλλάξω και σε κάθε θέαση της ενοχλούμαι όταν τα ξαναβλέπω. Το αντιμετωπίζω με χιούμορ, καθώς πραγματικά πιστεύω πως είναι καλύτερη μια ολοκληρωμένη ταινία με ψεγάδια παρά μια αψεγάδιαστη αλλά αέναα ημιτελής ταινία. Οι υπόλοιποι συνεργάτες στο Mascista Studio είναι πιο αυστηροί στις κρίσεις τους και πολύ καλά κάνουν, γιατί έτσι διατηρείται πάντα μια ώθηση να γίνουμε καλύτεροι και πιο ακριβείς. Επειδή όμως αστοχίες και λάθη πάντα θα υπάρχουν, πλέον μπορούμε να πούμε ότι τυχόν ατέλειες και περίεργες αποφάσεις που έχουν παρθεί για παραγωγικούς λόγους είναι και αυτές γνώρισμα της ανθρώπινης δημιουργίας, κάτι που, πιστεύω, θα έχει ιδιαίτερη αξία πλέον.

Τι σημαίνει για εσάς επιτυχία σήμερα; Η αναγνώριση, η ελευθερία να δημιουργείτε όπως θέλετε ή το να εξακολουθείτε να βρίσκετε κάτι που σας κινητοποιεί να ξεκινήσετε από την αρχή;
Η αλήθεια είναι πως δεν έχω ορίσει τι σημαίνει πραγματικά επιτυχία για εμένα και την αποφεύγω γενικά ως όρο. Είμαι σε μια περίοδο όμως της ζωής μου που εκτιμώ πραγματικά τις συνθήκες που έχουμε δημιουργήσει στο Studio, που μας επιτρέπουν να δημιουργούμε τα δικά μας projects. Η επιθυμία να εκφραστώ και να δημιουργήσω πάντα υπάρχει. Οι προβληματισμοί και τα ερεθίσματα είναι πάρα πολλά. Πεδίο δόξης λαμπρό το χάος στο οποίο βρισκόμαστε. Το θέμα είναι να έχουμε τις αντοχές και τα μέσα.
Ποιος είναι ο Κωνσταντίνος Δέμης όταν φεύγει από το στούντιο και κλείνει την οθόνη; Τι είναι αυτό που σας ξεκουράζει ή σας γεμίζει στην καθημερινότητά σας;
Και στο σπίτι δουλεύω προσωπικά ή κοινά projects με τη σύντροφο μου, καθώς απολαμβάνουμε να εξερευνούμε διαφορετικά μέσα έκφρασης. Προσπαθώ όμως να χρησιμοποιώ πιο αναλογικά μέσα, όπως κολάζ, σχέδιο, ζωγραφική, αναλογική φωτογραφία και γενικά mixed media, καθώς πλέον προσπαθώ να απέχω όσο γίνεται από την οθόνη, στην οποία παλαιότερα ήμουν κολλημένος καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Στις υπόλοιπες ελεύθερες ώρες που απομένουν, βιβλία, ταινίες, μουσική και Brazilian Ju-Jitsu.


