Πόσες φορές έχουμε σκεφτεί, έστω και σαν παιχνίδι, τι θα κάναμε αν βρίσκαμε ξαφνικά μπροστά μας μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα; Θα την παραδίδαμε αμέσως; Θα κοιτούσαμε πρώτα τι έχει μέσα; Θα περνούσε έστω για λίγα δευτερόλεπτα από το μυαλό μας η σκέψη ότι αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να αλλάξουν τη ζωή μας; Πάνω σε αυτή την απλή φαντασίωση, που εύκολα μετατρέπεται σε ηθικό δίλημμα, στήνεται η «Βαλίτσα», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Δημήτρη Παπαθανάση.
Μια σύγχρονη ελληνική κωμική περιπέτεια που ξεκινά με τέσσερις γυναίκες σ' ένα φιλανθρωπικό γκαλά και, μέσα σε λίγα λεπτά, τις ρίχνει σε μια ιστορία με χρήματα, ένα πτώμα, μικρούς και μεγαλύτερους απατεώνες, παρεξηγήσεις και διαδοχικές ανατροπές. Στο κέντρο βρίσκονται τρεις φίλες που συγκατοικούν. Η Αλίκη (Αναστασία Παντούση), τραγουδίστρια του alternative pop punk συγκροτήματος Alice & the Bunnies, η Μαρίνα (Λίλα Μπακλέση), μια ηθοποιός που ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα, και η Βάσω (Καβαλιεράτου), λογίστρια και κατά κάποιον τρόπο η φωνή της λογικής της παρέας. Μαζί τους βρίσκεται η Στέλλα, η μεγαλύτερη σε ηλικία γειτόνισσα και φίλη τους, χήρα γιατρού, οικονομικά άνετη, περίεργη για κάθε τι καινούργιο και ιδιαίτερα εξοικειωμένη με την τεχνητή νοημοσύνη.
Όταν οι τρεις νεότερες γυναίκες βρίσκουν στις τουαλέτες του γκαλά μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα δίπλα σ' ένα πτώμα, η βραδιά παίρνει διαφορετική τροπή. Η απόφαση που θα πάρουν τις βάζει στο στόχαστρο ανθρώπων που αναζητούν τα χρήματα και από εκεί ξεκινά ένα γαϊτανάκι όπου η μία επιλογή οδηγεί στην επόμενη. Η ταινία κυκλοφόρησε στις αίθουσες στις 15 Οκτωβρίου, με τον Δημήτρη Παπαθανάση να κάνει το πρώτο μεγάλο κινηματογραφικό του βήμα έπειτα από τη διαδρομή του, στις μικρού μήκους ταινίες και τη θητεία του ως βοηθός σκηνοθέτη. Το σενάριο υπογράφει η Κατερίνα Μπέη, βασισμένη σε ιδέα του Άρη Κυπριανού, ενώ δημιουργικός σύμβουλος είναι ο Άγγελος Φραντζής. Στη μουσική βρίσκεται ο Κωστής Μαραβέγιας.
Οι πρόβες που έκαναν τις τέσσερις γυναίκες παρέα
Για τον Δημήτρη Παπαθανάση, ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα πριν ξεκινήσουν τα γυρίσματα ήταν να φανεί από την πρώτη στιγμή ότι οι τέσσερις γυναίκες γνωρίζονται χρόνια και έχουν πραγματική οικειότητα μεταξύ τους. «Αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό κομμάτι της προετοιμασίας για μένα», εξηγεί ο ίδιος στο ethnos.gr. «Με τις τέσσερις πρωταγωνίστριες δουλέψαμε πάρα πολύ. Υπήρχαν ακόμη και σκηνές που μπορεί να φαίνονται πολύ απλές, αλλά χρειάστηκαν πολλή δουλειά».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σκηνή στην αρχή της ταινίας, όταν οι τέσσερις γυναίκες βρίσκονται μέσα στο αυτοκίνητο και συζητούν για καθημερινά πράγματα. Μια απλή σκηνή, που όμως έπρεπε να δώσει αμέσως την αίσθηση μιας παρέας που είναι δεμένη εδώ και χρόνια. «Για μένα ήταν από τις πιο δύσκολες σκηνές. Έπρεπε τέσσερις ηθοποιοί που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους πριν από την ταινία να μιλούν σαν τέσσερις γυναίκες που είναι κολλητές εδώ και χρόνια. Αυτό δεν γίνεται μόνο με το κείμενο. Χρειάζεται να χτιστεί ένας κοινός ρυθμός, μια οικειότητα, ο τρόπος που η μία διακόπτει την άλλη ή που καταλαβαίνουν μεταξύ τους κάτι δίχως να χρειάζεται να το εξηγήσουν. Μου αρέσει ένας ρόλος να χτίζεται μαζί με τον ηθοποιό».
Παρόμοια εικόνα έχει και η Ναταλία Τσαλίκη από εκείνη την περίοδο. «Τις κοπέλες δεν τις γνώριζα πριν και ούτε τον Δημήτρη. Μέσα στις πρόβες δημιουργήθηκε από την πρώτη στιγμή ένα κλίμα αγάπης και συνεννόησης. Κάναμε πολλές πρόβες, δεθήκαμε πάρα πολύ και ανταλλάσσαμε συνεχώς ιδέες για το τι μπορούσαμε να προσθέσουμε, πώς κάτι θα γινόταν πιο χαριτωμένο ή πώς μια σκηνή θα έρεε καλύτερα». Η σχέση που δημιουργήθηκε στις πρόβες συνεχίστηκε και μετά τα γυρίσματα. «Δημιουργήθηκε ένα κλίμα αλληλοσεβασμού και αγάπης. Μπορεί να ακούγεται πολύ ωραίο για να είναι αληθινό, είναι όμως. Με τα κορίτσια συνεχίζουμε ακόμη και σήμερα να κάνουμε παρέα».
Αυτό το δέσιμο φαίνεται και στην ταινία. Οι τέσσερις γυναίκες είναι πολύ διαφορετικές και η καθεμία βλέπει τη βαλίτσα με τον δικό της τρόπο. Η Μαρίνα τη βλέπει σχεδόν αμέσως ως μια ευκαιρία να αλλάξει τη ζωή της. Η Βάσω προσπαθεί να κρατήσει την παρέα στη λογική. Η Αλίκη λειτουργεί περισσότερο με το ένστικτο και παίρνει πιο εύκολα πρωτοβουλίες. Η Στέλλα, παρότι μεγαλύτερη σε ηλικία, ακολουθεί τις νεότερες φίλες της με την ίδια περιέργεια και διάθεση για περιπέτεια.
Η Στέλλα, το AI και η εποχή της υπερβολής
Αυτό ήταν και ένα από τα στοιχεία που έκαναν τη Ναταλία Τσαλίκη να νιώσει κοντά στη Στέλλα. «Είναι ένας άνθρωπος έξω καρδιά, πολύ ανοιχτόκαρδος. Παρότι έχει μείνει χήρα, δεν έχει απομονωθεί. Εξακολουθεί να είναι ανήσυχη, έχει κέφι για τη ζωή, σκέφτεται ακόμη και να υιοθετήσει ένα παιδί, επειδή έχει τη δυνατότητα και θα ήθελε να βοηθήσει ένα παιδί που μεγαλώνει σε ίδρυμα. Κυρίως, όμως, κάνει παρέα με πολύ νεότερες γυναίκες. Αυτό είναι κάτι που μου ταιριάζει και προσωπικά και θεωρώ ότι δείχνει έναν άνθρωπο που αγαπά τη ζωή».
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει στη Στέλλα είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει την ηλικία της. Δεν αφήνει ένα νούμερο να καθορίσει τις επιλογές της ή να της βάλει όρια. «Η προσωπικότητά της δεν καθορίζεται από την ηλικία της. Κάνει πράγματα επειδή θέλει να τα κάνει και όχι επειδή θεωρεί ότι "επιτρέπονται" σε μια συγκεκριμένη ηλικία. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να το πολεμήσουμε γενικότερα. Η αντίληψη ότι από ένα σημείο και μετά η ηλικία πρέπει να σε περιορίζει είναι ένα κοινωνικό ταμπού».
Από εκεί, η συζήτηση περνά αναπόφευκτα και στα όρια που εξακολουθεί να βάζει η κοινωνία στις μεγαλύτερες γυναίκες και στις επιλογές τους. Η Ναταλία Τσαλίκη υπογραμμίζει ότι «παντού βάζουμε ηλικιακά όρια. Γενικά βάζουμε στους ανθρώπους ταμπέλες και κανόνες για το πώς πιστεύουμε ότι πρέπει να ζουν. Για μένα αυτό είναι φασιστικό και στερεί από τους ανθρώπους την ελευθερία και τη χαρά της ζωής. Αν ένας άνθρωπος έχει υγεία, δύναμη, οικονομική δυνατότητα, αγάπη και πάθος για ένα παιδί, δεν καταλαβαίνω γιατί η ηλικία πρέπει να 'ναι εμπόδιο».
Ένα ακόμη στοιχείο της Στέλλας είναι η σχέση της με την τεχνολογία. Χρησιμοποιεί εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, γνωρίζει τα social media και δείχνει πολύ πιο εξοικειωμένη μαζί τους απ’ όσο ίσως θα περίμενε κανείς από μια γυναίκα της ηλικίας της. Η Ναταλία Τσαλίκη βλέπει θετικά την τεχνολογία και όσα έχει προσφέρει, βάζει όμως ένα σαφές όριο όταν η χρήση της φτάνει στην υπερβολή. «Η τεχνολογία είναι κάτι θετικό. Έχει βοηθήσει πάρα πολύ τις επιστήμες, την ιατρική και πολλούς ακόμη τομείς. Από τη στιγμή όμως που κάτι φτάνει στην υπερβολή, αρχίζει να δημιουργεί άλλα προβλήματα. Η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον προχωρήσει σε όλα τα πεδία. Όσο για τα κοινωνικά δίκτυα, νομίζω ότι βλέπουμε πλέον πολύ καθαρά πόσο μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχή των ανθρώπων».
Για την ίδια, το βασικό είναι να μπορούμε να καταλαβαίνουμε πότε έχουμε ξεπεράσει το μέτρο. «Από εκεί ξεκινούν πολλά προβλήματα. Δεν μπορούμε καν να αντιληφθούμε πότε έχουμε ξεπεράσει το μέτρο, επειδή αφηνόμαστε να παρασυρθούμε και δεν κάνουμε μια παύση για να σκεφτούμε. Θα έπρεπε κάποια στιγμή να σταματάμε και να αναρωτιόμαστε τι μας κάνει καλό και τι όχι. Κανείς δεν μας επιβάλλει να παρασυρθούμε. Σε μεγάλο βαθμό το επιτρέπουμε εμείς».

Ο Δημήτρης Παπαθανάσης αντιμετωπίζει την τεχνητή νοημοσύνη με μεγαλύτερη επιφύλαξη. Αυτό που τον προβληματίζει περισσότερο είναι η ευκολία που προσφέρει και το πόσο εύκολα μπορεί να μας οδηγήσει στο να σκεφτόμαστε λιγότερο. «Με προβληματίζει πάρα πολύ. Πέρα από όλα τα ακραία σενάρια επιστημονικής φαντασίας, υπάρχει κάτι πιο καθημερινό. Ήδη με τα smartphones και τα social media πηγαίναμε προς μια κατάσταση όπου σκεφτόμαστε όλο και λιγότερο. Με την τεχνητή νοημοσύνη αυτή η ευκολία μεγαλώνει. Είναι ένα χρήσιμο εργαλείο και φυσικά υπάρχουν στιγμές που το χρειαζόμαστε. Προσωπικά προσπαθώ να το αποφεύγω όσο μπορώ, γιατί αυτή η τόσο μεγάλη ευκολία με τρομάζει λίγο».
Η βαλίτσα ως τεστ χαρακτήρα
Πίσω από την κωμωδία υπάρχει ένα απλό ερώτημα. Τι κάνεις όταν βρίσκεται ξαφνικά μπροστά σου κάτι που μπορεί να αλλάξει τη ζωή σου, παρότι ξέρεις ότι δεν σου ανήκει; Για τον Δημήτρη Παπαθανάση, το σωστό και το λάθος μπορεί να γίνουν λιγότερο ξεκάθαρα όταν κάποιος βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. «Νομίζω ότι σε μια πραγματικά δύσκολη οικονομική κατάσταση τα όρια μπορούν να γίνουν πιο θολά. Φυσικά υπάρχει πάντα η ηθική πυξίδα κάθε ανθρώπου, η οποία μπορεί να τον κατευθύνει προς μια πιο σωστή απόφαση. Ανάλογα, όμως, με την κατάσταση και την ανάγκη, θεωρώ ότι κάποιες φορές αυτά τα όρια μπορούν πράγματι να μετακινηθούν».
Η Ναταλία Τσαλίκη βλέπει το ίδιο δίλημμα και ως μια αφορμή να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας. «Κάθε τι που συμβαίνει στη ζωή μας μπορεί να γίνει μια αφορμή για να κάνουμε μια παύση και να κοιτάξουμε λίγο μέσα μας. Αν βρεθείς μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, αναγκάζεσαι να αναρωτηθείς ποιος είσαι, τι θέλεις, μέχρι πού μπορείς να φτάσεις και πού βρίσκεται το όριό σου. Από ποιο σημείο και μετά αρχίζεις να διεκδικείς κάτι που δεν σου ανήκει; Πού μπαίνει στη μέση το ηθικό δίλημμα; Οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή μας μπορεί να μας μάθει κάτι για τον εαυτό μας, αρκεί να έχουμε τη διάθεση να το κοιτάξουμε». Αυτό είναι και ένα από τα βασικά στοιχεία της ταινίας. Η βαλίτσα δεν έρχεται απλώς να λύσει τα οικονομικά προβλήματα των ηρωίδων. Τις φέρνει μπροστά σε αποφάσεις που δείχνουν τι θέλει πραγματικά η καθεμία και μέχρι πού είναι έτοιμη να φτάσει.
Η πρώτη μεγάλου μήκους και το άγχος της έκθεσης
Για τον Δημήτρη Παπαθανάση, η «Βαλίτσα» σηματοδοτεί και ένα μεγάλο προσωπικό βήμα. Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και μαζί η πρώτη φορά που μια ταινία του φτάνει σε τόσο μεγάλο κοινό. «Υπάρχει πολύ άγχος, γιατί είναι η πρώτη μεγάλου μήκους και η πρώτη φορά που υπάρχει τέτοια έκθεση. Όταν μια ταινία ανοίγει σε πολλές αίθουσες, αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά το μέγεθος», παραδέχεται.
Παρότι οι μικρού μήκους ταινίες του έχουν διακριθεί στο παρελθόν, ο ίδιος θεωρεί ότι μεγαλύτερη σημασία είχε η συνεχής παρουσία του στα γυρίσματα και η εμπειρία που απέκτησε μέσα από αυτά. «Οι διακρίσεις από μόνες τους δεν παίζουν τόσο μεγάλο ρόλο. Για μένα μεγαλύτερη σημασία έχει πόσο έχεις δουλέψει και πόση τριβή έχεις με το μέσο. Έχω δουλέψει αρκετά ως βοηθός σκηνοθέτη και αυτό σημαίνει ότι βρίσκεσαι συνεχώς σε γυρίσματα, βλέπεις πώς λειτουργεί ένα σετ και αποκτάς μια συνεχή σχέση με τη διαδικασία. Είναι πολύ διαφορετικό από το να σκηνοθετείς μία μικρού μήκους κάθε πέντε χρόνια και στο μεταξύ να απέχεις από τα γυρίσματα».

Η «Βαλίτσα» ήταν διαφορετική για εκείνον και για έναν ακόμη λόγο. Ήταν η πρώτη φορά που κλήθηκε να σκηνοθετήσει ένα σενάριο που είχε γραφτεί από άλλον. «Όταν διάβασα το σενάριο, είδα ότι υπήρχε μια ιστορία που με ενδιέφερε και με προκαλούσε να την αφηγηθώ. Υπήρχε και κάτι ακόμη πολύ πρακτικό. Αν ξεκινήσεις από μια λευκή σελίδα για να γράψεις και να πραγματοποιήσεις τη δική σου μεγάλου μήκους ταινία, μπορεί να χρειαστούν πέντε χρόνια μέχρι να φτάσει στις αίθουσες. Στη "Βαλίτσα" με πήραν τηλέφωνο στα τέλη Ιουλίου και τον Νοέμβριο ξεκινήσαμε γυρίσματα. Η διαφορά είναι τεράστια».
Με τόσα χρόνια στο θέατρο, την τηλεόραση και τον κινηματογράφο, η Ναταλία Τσαλίκη ξέρει πλέον πολύ καλά τι χρειάζεται από έναν σκηνοθέτη για να νιώσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη. «Η καλοσύνη και η αυθεντικότητα. Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, αυτό που αναζητώ είναι ανθρώπους με ποιότητα, ανοιχτό μυαλό και φυσικά γνώση του αντικειμένου τους. Χρειάζεται όλο το πακέτο. Το να είναι, όμως, ένας άνθρωπος καλός, να μπορείς να ακουμπήσεις επάνω του με εμπιστοσύνη και να συνεννοείσαι μαζί του δίχως ανταγωνισμούς και παιχνίδια εξουσίας, είναι για μένα πάρα πολύ σημαντικό. Ο Δημήτρης τα έχει όλα αυτά. Είναι ένας πολύ γλυκός και ευγενικός άνθρωπος».
Η κωμωδία θέλει timing και ελευθερία
Η «Βαλίτσα» είναι πρώτα απ’ όλα μια κωμωδία, που κινείται παράλληλα με τον ρυθμό μιας αστυνομικής περιπέτειας. Για τον Δημήτρη Παπαθανάση, το ένα στοιχείο συμπληρώνει το άλλο. «Η βάση της ταινίας είναι η κωμωδία ή η κομεντί. Πάνω σε αυτή υπάρχει ο ρυθμός μιας αστυνομικής περιπέτειας. Το χιούμορ είναι κάτι που εμφανίζεται σχεδόν πάντα και στα δικά μου σενάρια, ακόμη κι όταν ξεκινώ από μια πιο σοβαρή ιδέα. Και στην κωμωδία το timing είναι εξαιρετικά σημαντικό. Ένα αστείο μπορεί να λειτουργήσει τη σωστή στιγμή και, αν ειπωθεί ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα ή αργότερα, να χαθεί εντελώς».
Η Ναταλία Τσαλίκη στέκεται περισσότερο στη δυσκολία της κωμωδίας και κυρίως στο πόσο δύσκολο είναι να γραφτεί σήμερα ένα πραγματικά καλό κωμικό κείμενο. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο να γραφτεί ένα καλό κωμικό κείμενο. Η κωμωδία απαιτεί από τον ηθοποιό να αφήσει στην άκρη τον ναρκισσισμό του. Να μην τον απασχολεί συνεχώς πώς φαίνεται ή τι θα πει ο κόσμος για ένα αστείο που θα κάνει. Για μένα η κωμωδία είναι κάτι πολύ ελεύθερο. Δεν μπορεί να υπακούει διαρκώς σε κανόνες». Αυτή η ελευθερία, όπως εξηγεί, χρειάζεται να συνοδεύεται και από αισθητική. «Πρέπει να υπάρχει αισθητική, κομψότητα και μια ευγένεια. Ταυτόχρονα, όμως, η κωμωδία χρειάζεται να μπορεί να γίνεται ακραία. Αν καταφέρεις να συνδυάσεις το κωμικό με το αισθητικό στοιχείο, τότε έχεις βρει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον».
Και όταν όλα αυτά συνδυαστούν σωστά, θεωρεί ότι η κωμωδία μπορεί να πει πολύ περισσότερα από ένα απλό αστείο. «Μια καλή κωμωδία έχει πολύ μεγάλη δύναμη. Μπορεί να μπει υποδόρια στον θεατή, να τον κάνει να γελάσει, να τον πάρει μαζί της και την ίδια στιγμή να του πει όσα θέλει να του πει. Αν καταφέρει, πέρα από το γέλιο, να αφήσει και ένα αποτύπωμα και να σε κάνει να σκεφτείς, τότε έχει πετύχει πραγματικά».

Η «Βαλίτσα» δεν προσπαθεί να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Είναι μια mainstream ελληνική κωμωδία με γρήγορο ρυθμό, γνωστούς ηθοποιούς και μια ιστορία που θέλει πρώτα απ’ όλα να κρατήσει τον θεατή και να τον διασκεδάσει. «Θέλω ο θεατής να πάει δύο ώρες στον κινηματογράφο, να ξεχάσει για λίγο την καθημερινότητά του και να περάσει καλά. Προφανώς θέλεις το έργο σου να βρει ανταπόκριση, γνωρίζεις όμως ότι αυτή δεν μπορεί ποτέ να είναι καθολική. Δεν υπάρχει ταινία που αρέσει σε όλους», αναφέρει ο Δημήτρης Παπαθανάσης.
Τώρα που η ταινία βρίσκεται πλέον στις αίθουσες, το άγχος του είναι διαφορετικό από εκείνο που είχε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. «Στην προετοιμασία και στα γυρίσματα το άγχος είναι δημιουργικό. Προσπαθώ μάλιστα όλη αυτή η διαδικασία να είναι ευχάριστη. Τώρα το άγχος έχει να κάνει περισσότερο με την έκθεση και την προσμονή για το πώς θα τη δεχτεί ο κόσμος». Η Ναταλία Τσαλίκη, αντίθετα, λέει πως από τη στιγμή που ολοκληρώνονται τα γυρίσματα, το δικό της άγχος τελειώνει εκεί. «Όποιο άγχος υπήρχε ήταν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, για το πώς θα βγουν οι σκηνές και πώς θα αποτυπωθούν οι χαρακτήρες. Από τη στιγμή που τελειώνει μια ταινία, αυτό σταματά. Θεωρώ ότι κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Δώσαμε ψυχή, πάθος, φροντίδα και κέφι και νομίζω ότι αυτά είναι αρκετά για να μπορέσει ο κόσμος να ευχαριστηθεί το αποτέλεσμα».
Κάπως έτσι, η «Βαλίτσα» ξεκινά από μια σκέψη που οι περισσότεροι έχουμε κάνει έστω και μία φορά. Τι θα γινόταν αν βρίσκαμε ξαφνικά μπροστά μας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας; Για τις τέσσερις γυναίκες της ταινίας, η απάντηση είναι διαφορετική. Η καθεμία βλέπει στα χρήματα κάτι που της λείπει, μια ευκαιρία, μια ασφάλεια ή έναν τρόπο να ξεφύγει από όσα την πιέζουν. Πολύ γρήγορα, όμως, η βαλίτσα παύει να μοιάζει με λύση και γίνεται η αφορμή για μια σειρά αποφάσεων που τις αναγκάζουν να δείξουν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον ερώτημα που αφήνει πίσω της η ταινία. Όχι τι θα αγοράζαμε αν βρίσκαμε μια βαλίτσα γεμάτη χρήματα, αλλά τι θα κάναμε τη στιγμή που θα έπρεπε να αποφασίσουμε αν θα την κρατήσουμε.
INFO Η «Βαλίτσα» προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες από τις 15 Οκτωβρίου σε διανομή Tanweer. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Δημήτρης Παπαθανάσης και το σενάριο η Κατερίνα Μπέη, πάνω σε ιδέα του Άρη Κυπριανού. Δημιουργικός σύμβουλος είναι ο Άγγελος Φραντζής, διευθυντής φωτογραφίας ο Γιάννης Δρακουλαράκος, το μοντάζ υπογράφει ο Γιώργος Γεωργόπουλος και την πρωτότυπη μουσική ο Κωστής Μαραβέγιας.
Συμμετέχουν οι Ναταλία Τσαλίκη, Αναστασία Παντούση, Λίλα Μπακλέση, Βάσω Καβαλιεράτου, Τόνια Σωτηροπούλου, Δημήτρης Μοθωναίος, Αποστόλης Τότσικας, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Αργύρης Πανταζάρας, Αντώνης Γιαννακός, Αλέξανδρος Σκουρλέτης, Κώστας Κορωναίος, Πολύδωρος Βογιατζής, Σπύρος Σουρβίνος, Άννυ Λούλου κ.α.


