article background image

Εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα επενδύει πολιτικό, διπλωματικό και πολιτιστικό κύρος σε έναν στόχο με παγκόσμιο συμβολισμό, την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα στο φυσικό τους περιβάλλον, κάτω από τον αττικό ουρανό και απέναντι από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Πρόκειται για μια διεκδίκηση που ξεπέρασε τα στενά όρια μιας διακρατικής διαφοράς και εξελίχθηκε σε διεθνές αίτημα πολιτιστικής δικαιοσύνης, ιστορικής συνέχειας και σεβασμού απέναντι σε ένα μοναδικό μνημείο της ανθρωπότητας.

Από τη Μελίνα Μερκούρη έως τις πρόσφατες παρεμβάσεις της κυβέρνησης της χώρας στην UNESCO, η ελληνική πλευρά διατήρησε σταθερή στρατηγική, αξιοποιώντας κάθε διπλωματικό βήμα, κάθε επιστημονική τεκμηρίωση και κάθε διεθνή συμμαχία. Το Μουσείο της Ακρόπολης ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη θέση, παρουσιάζοντας ένα σύγχρονο, διεθνών προδιαγραφών περιβάλλον, σχεδιασμένο ειδικά για να φιλοξενήσει τα γλυπτά ως ενιαίο σύνολο.

Σήμερα, μια νέα εξέλιξη από τη Γαλλία επαναφέρει δυναμικά το ζήτημα στο επίκεντρο της διεθνούς συζήτησης. Ο νέος νόμος που ψηφίστηκε από το γαλλικό κοινοβούλιο δημιουργεί ένα διαφορετικό θεσμικό πλαίσιο για τα πολιτιστικά αγαθά που αποκτήθηκαν κατά την αποικιοκρατική περίοδο ή μέσω λεηλασιών και παράνομων αφαιρέσεων. Η αλλαγή αυτή επηρεάζει άμεσα και τα μάρμαρα του Παρθενώνα που βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο διεκδικήσεων και επαναφέροντας το ερώτημα που απασχολεί την Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, πλησιάζει η ώρα της επιστροφής;

Πριν από τον Ελγιν, ο Γάλλος ευγενής που στόχευσε τον Παρθενώνα

Στη συλλογική μνήμη της Ευρώπης, το όνομα του Λόρδου Ελγιν συνδέθηκε όσο κανένα άλλο με την απογύμνωση του Παρθενώνα. Η ιστορική έρευνα, πάντως, φωτίζει μια ακόμη παλαιότερη και λιγότερο γνωστή υπόθεση. Δέκα περίπου χρόνια πριν από τη δράση του Ελγιν, ένας Γάλλος διπλωμάτης και αριστοκράτης είχε ήδη βάλει στο στόχαστρο τα γλυπτά του Φειδία.

Ο Ογκίστ ντε Σουαζέλ Γκουφιέ, λάτρης της αρχαιότητας και προβεβλημένη προσωπικότητα της γαλλικής αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, επισκέφθηκε την Ελλάδα, το 1776. Η περιήγησή του, στις Κυκλάδες, στα Δωδεκάνησα και στη Μικρά Ασία τροφοδότησε το γνωστό έργο του «Voyage pittoresque de la Grece», το οποίο γνώρισε μεγάλη απήχηση στη Γαλλία και ενίσχυσε το φιλελληνικό ρεύμα της εποχής.

Πίσω από την καλλιτεχνική γοητεία και τη δημόσια εικόνα του «φιλέλληνα» κρυβόταν μια οργανωμένη επιχείρηση μεταφοράς αρχαιοτήτων προς τη Δύση. Μετά τον διορισμό του, ως πρέσβη της Γαλλίας στην Υψηλή Πύλη, ο Σουαζέλ Γκουφιέ εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και συγκρότησε ένα εκτεταμένο δίκτυο αρχαιολόγων, ζωγράφων και πρακτόρων με αποστολή την αναζήτηση και απομάκρυνση ελληνικών αρχαιοτήτων.

Κεντρικό πρόσωπο αυτής της επιχείρησης υπήρξε ο Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φοβέλ, αρχαιολόγος, ζωγράφος και πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Ο τελευταίος έδρασε μεθοδικά στην Ακρόπολη, αξιοποιώντας δωροδοκίες, πολιτικές διασυνδέσεις και τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας για να αποσπάσει γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη του Παρθενώνα.

Η περίφημη φράση του Σουαζέλ Γκουφιέ προς τον συνεργάτη του αποτυπώνει το κλίμα της εποχής: «Αρπάξτε ό,τι μπορείτε να μεταφέρετε και μην παραλείψετε να λεηλατήσετε την Αθήνα και τα περίχωρά της».

Η λεηλασία της Ακρόπολης και τα γλυπτά που κατέληξαν στο Λούβρο

Το πρώτο τμήμα του Παρθενώνα που αφαιρέθηκε από γαλλικά χέρια ήταν η δέκατη μετόπη της νότιας πλευράς του ναού. Η σκηνή παρουσιάζει τη σύγκρουση Λαπιθών και Κενταύρων, μία από τις πιο εμβληματικές συνθέσεις της Κενταυρομαχίας. Το έργο αποσπάστηκε το 1788 από Γάλλους εργάτες που εργάζονταν για λογαριασμό του Φοβέλ και σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.

Λίγο αργότερα αφαιρέθηκε και η περίφημη Πλάκα με τις Εργαστίνες από την ανατολική ζωφόρο. Η σύνθεση παρουσιάζει έξι νεαρές Αθηναίες που συμμετέχουν στην προετοιμασία του ιερού πέπλου της θεάς Αθηνάς κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων. Το γλυπτό θεωρείται ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα δείγματα της φειδιακής τέχνης.

Στις συλλογές του Λούβρου βρίσκονται ακόμη τρεις μαρμάρινες κεφαλές που συνδέονται άμεσα με τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη. Η Κεφαλή του Λαπίθη από τη νότια μετόπη, η περίφημη Κεφαλή Laborde ή Κεφαλή της Ιριδας από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα και η Κεφαλή Rampin από το αρχαϊκό άγαλμα του Ιππέα Rampin.

Τα γλυπτά αυτά αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα του διαμελισμού ενός μνημείου που δημιουργήθηκε ως ενιαίο καλλιτεχνικό σύνολο. Τμήματα του ίδιου έργου βρίσκονται σήμερα μοιρασμένα ανάμεσα στην Αθήνα, το Παρίσι και το Λονδίνο, γεγονός που ενισχύει ακόμη περισσότερο το ελληνικό αίτημα για επανένωση.

Ο νέος γαλλικός νόμος και το παράθυρο επαναπατρισμού

Η ψήφιση του νέου νόμου στη Γαλλία θεωρείται από πολλούς ειδικούς σημείο καμπής για τη διεθνή πολιτική επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών. Το γαλλικό κράτος προχωρά σε μια ιστορική αλλαγή, επιτρέποντας την επιστροφή αντικειμένων που αποκτήθηκαν μέσω λεηλασιών, παράνομων αφαιρέσεων ή αποικιοκρατικών πρακτικών.

Μέχρι σήμερα, το λεγόμενο αναπαλλοτρίωτο των εθνικών συλλογών λειτουργούσε ως ισχυρό νομικό εμπόδιο. Με τη νέα νομοθεσία δημιουργείται ειδική διαδικασία εξέτασης αιτημάτων επαναπατρισμού, μέσα από επιτροπή Γάλλων και ξένων ειδικών. Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Ορισμένα γλυπτά του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Λούβρο εμπίπτουν πλέον στα χρονικά όρια και στις προϋποθέσεις του νέου νόμου

Η UNESCO και η ενίσχυση της ελληνικής θέσης

Το ελληνικό ζήτημα παραμένει σταθερά στην ατζέντα της UNESCO από το 1984. Στην πρόσφατη Σύνοδο της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Επιστροφή Πολιτιστικών Αγαθών, η ελληνική αντιπροσωπεία παρουσίασε εκ νέου το αίτημα επανένωσης, εστιάζοντας στις ιστορικές, νομικές και ηθικές διαστάσεις της υπόθεσης.

Η συζήτηση κατέγραψε μια ακόμη σημαντική αλλαγή. Για πρώτη φορά, η επιτροπή αναγνώρισε ρητά ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και συνδέονται άρρηκτα με την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας.

Η ελληνική πλευρά παρουσίασε εκτενή τεκμηρίωση σχετικά με την αφαίρεση των γλυπτών από τον Λόρδο Ελγιν, τη βίαιη αποκόλλησή τους από το μνημείο και τις φθορές που υπέστησαν κατά τη μεταφορά και τις μεταγενέστερες επεμβάσεις.

Παράλληλα, σειρά κρατών υποστήριξε δημόσια το ελληνικό αίτημα, ανάμεσά τους η Ιταλία, η Αίγυπτος, η Κίνα, η Βραζιλία και η Κύπρος. Η διεθνής αυτή στήριξη προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική στην ελληνική διεκδίκηση.

Το αμφιλεγόμενο φιρμάνι του Ελγιν

Η υπόθεση του λεγόμενου φιρμανιού παραμένει κομβική για την ιστορία των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ο Λόρδος Ελγιν ισχυρίστηκε ότι έλαβε άδεια από τις οθωμανικές αρχές προκειμένου να πραγματοποιήσει αποτυπώσεις και μελέτες στον Παρθενώνα. Στη συνέχεια προχώρησε στην απομάκρυνση μεγάλου μέρους της γλυπτικής διακόσμησης του ναού και στη μεταφορά της στη Βρετανία.

Το αυθεντικό φιρμάνι, πάντως, δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ. Στη δημόσια συζήτηση υπάρχει μόνο μια ιταλική μετάφραση επιστολής, η οποία ερμηνεύεται με διαφορετικό τρόπο από ιστορικούς και νομικούς ερευνητές.

Τα τελευταία χρόνια Τούρκοι ιστορικοί και ερευνητές επανήλθαν στο θέμα, υποστηρίζοντας ότι στα οθωμανικά αρχεία δεν εντοπίζεται επίσημο έγγραφο που να επιτρέπει την αφαίρεση γλυπτών από το μνημείο. Η θέση αυτή ενισχύει σημαντικά τη διεθνή συζήτηση γύρω από τη νομιμότητα της απόκτησης των γλυπτών από τον Ελγιν.

Το Βρετανικό Μουσείο συνεχίζει να υποστηρίζει ότι τα γλυπτά αποκτήθηκαν νομίμως και παραμένουν προσβάσιμα σε εκατομμύρια επισκέπτες. Παράλληλα, οι συζητήσεις με την Ελλάδα για μια πιθανή «συνεργασία για τον Παρθενώνα» συνεχίζονται σε διπλωματικό επίπεδο.

Το Μουσείο της Ακρόπολης και η έννοια της επανένωσης

Το άνοιγμα του Μουσείου της Ακρόπολης το 2009 μετασχημάτισε σε μεγάλο βαθμό τη διεθνή εικόνα της ελληνικής διεκδίκησης. Ο τελευταίος όροφος του μουσείου σχεδιάστηκε ως αρχιτεκτονική αναφορά στον ίδιο τον Παρθενώνα, με φυσικό φωτισμό και άμεση οπτική σύνδεση με τον Ιερό Βράχο.

Εκεί, τα αυθεντικά γλυπτά που βρίσκονται στην Αθήνα συνυπάρχουν με γύψινα εκμαγεία των τμημάτων που παραμένουν στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Η εικόνα αυτή λειτουργεί ως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της επανένωσης, αναδεικνύοντας με σαφήνεια τον κατακερματισμό ενός μοναδικού μνημείου.

Η διεθνής κοινή γνώμη εμφανίζεται πλέον ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένη απέναντι σε ζητήματα επαναπατρισμού πολιτιστικών αγαθών. Η επιστροφή αρχαιοτήτων στην Αφρική, οι νέες πολιτικές ευρωπαϊκών μουσείων και οι δημόσιες συζητήσεις γύρω από την αποικιοκρατική κληρονομιά δημιουργούν ένα νέο ηθικό και πολιτικό περιβάλλον.

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, η ελληνική υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Ο Παρθενώνας αποτελεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς και τα γλυπτά του συνιστούν αναπόσπαστα μέλη ενός ενιαίου καλλιτεχνικού οργανισμού.

Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα συνδέεται πλέον με μια ευρύτερη ευρωπαϊκή συζήτηση για την αποκατάσταση ιστορικών εκκρεμοτήτων και την επιστροφή πολιτιστικών θησαυρών στον τόπο όπου γεννήθηκαν. Και ίσως, για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, οι διεθνείς συνθήκες δείχνουν πιο ώριμες από ποτέ για μια ουσιαστική εξέλιξη.