article background image

Η Κρήτη κουβαλά μια μουσική παράδοση που ταξιδεύει από γενιά σε γενιά με τρόπο σχεδόν τελετουργικό. Στις πλαγιές των ορεινών χωριών, στα καφενεία, στις αυλές με τις καντάδες και στα γλέντια που κρατούν ως το ξημέρωμα, η λύρα και το τραγούδι συνδέθηκαν με την καθημερινή ζωή του τόπου. Από αυτή τη γη αναδείχθηκαν σπουδαίοι καλλιτέχνες που έδωσαν νέα πνοή στην ελληνική μουσική και χάρισαν στην κρητική παράδοση πανελλήνια ακτινοβολία. Ο Νίκος Ξυλούρης, ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Λεωνίδας Κλάδος και ο Κώστας Μουντάκης αποτελούν μορφές που σημάδεψαν ανεξίτηλα την πορεία της κρητικής λύρας.

Ανάμεσά τους, ο Κώστας Μουντάκης κατέχει μια ξεχωριστή θέση. «Ο Μεγάλος Κρητικός», όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν, κατάφερε να μετατρέψει τη μουσική της ιδιαίτερης πατρίδας του σε γλώσσα οικουμενική. Η δεξιοτεχνία του, οι κοντυλιές του, η ερμηνεία του και η βαθιά του σχέση με την κρητική ψυχή διαμόρφωσαν μια ολόκληρη σχολή που συνεχίζει να επηρεάζει τους νεότερους λυράρηδες.

Η μουσική παράσταση αφιερωμένη στον σπουδαίο καλλιτέχνη στο θέατρο Παλλάς, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του, υπενθύμισε ακριβώς αυτή τη διαχρονική αξία του έργου του. Η βραδιά εξελίχθηκε σε μια μεγάλη γιορτή της κρητικής μουσικής, γεμάτη τραγούδια, μνήμες, χορούς και πρόσωπα που συνδέθηκαν με τον δικό τους τρόπο με τη διαδρομή του Κώστα Μουντάκη.

Μια βραδιά αφιερωμένη στον «Μεγάλο Κρητικό»

Από την πρώτη στιγμή που χαμήλωσαν τα φώτα στο Παλλάς, η σκηνή απέκτησε την ατμόσφαιρα ενός αυθεντικού κρητικού γλεντιού. Όλοι πάνω στη σκηνή ήταν ντυμένοι στα μαύρα, τιμώντας με σεμνότητα και σεβασμό τον άνθρωπο που άφησε τόσο ισχυρό αποτύπωμα στην κρητική μουσική.

Στη μία πλευρά της σκηνής κάθονταν οι τραγουδιστές, ενώ στην άλλη οι χορευτές, έτοιμοι να συνοδεύσουν με συρτό, μαλεβιζιώτη και σούστα τα τραγούδια που σημάδεψαν δεκαετίες. Στο κέντρο, κάθε ερμηνευτής έβγαινε διαδοχικά και παρουσίαζε τη δική του εκδοχή πάνω στο έργο του μεγάλου λυράρη, ενώ στο πίσω μέρος, οι μουσικοί κρατούσαν σταθερά τον παλμό της βραδιάς.

Ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Παντελής Θαλασσινός, ο Γιώργος Νικ. Ζερβάκης, ο Νίκος Στρατάκης, ο Δημήτρης Αποστολάκης, η Μαρία Σουλτάτου, ο Γρηγόρης Σαμόλης, η Ανδριάννα Μπάμπαλη και αρκετοί ακόμα ερμηνευτές ένωσαν τις φωνές τους σ' ένα πρόγραμμα που περιλάμβανε τραγούδια, όπως ο «Πραματευτής», ο «Αργαλειός», το «Μεσοπέλαγα Αρμενίζω» και τα «Εζευγαρώσαν τα Πουλιά», «Δεν Θέλω Μέσα στην Καρδιά», «Έφτασε ο Πόνος στην Καρδιά», «Κατέχω πάω στο νερό».

Κάθε τραγούδι έμοιαζε να κουβαλά ένα κομμάτι από την ιστορία της Κρήτης. Οι ερμηνείες κινούνταν ανάμεσα στη συγκίνηση και στη γιορτή, κρατώντας ζωντανή τη δύναμη του κρητικού ήχου. Το κοινό συμμετείχε διαρκώς, τραγουδώντας και χειροκροτώντας με θέρμη. Στην αίθουσα βρίσκονταν άνθρωποι κάθε ηλικίας, από παλαιότερους φίλους της κρητικής μουσικής έως νεότερους θεατές που γνώριζαν ίσως για πρώτη φορά το μέγεθος της προσφοράς του Κώστα Μουντάκη.

Από τις πιο δυνατές στιγμές του μουσικού αφιερώματος υπήρξε εκείνη κατά την οποία ο Μίλτος Πασχαλίδης κάλεσε στη σκηνή τον γιο του Μουντάκη, Μάνο. Όλοι μαζί ερμήνευσαν τον «Αποχαιρετισμό», μέσα σε θερμό χειροκρότημα από το κοινό. Η σκηνή απέκτησε εκείνη τη στιγμή έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Η μουσική κληρονομιά του μεγάλου λυράρη περνούσε ξανά από γενιά σε γενιά, αποδεικνύοντας πως το έργο του παραμένει ζωντανό και ενεργό.

Στιγμιότυπο από τη μουσική παράσταση - αφιέρωμα στον Κώστα Μουντάκη (Copyright: ΕΘΝΟΣ)

Τη βραδιά συνέδεε ο Μιχάλης Αεράκης, ένας ηθοποιός βαθιά συνδεδεμένος με την κρητική ταυτότητα. Με τη χαρακτηριστική χροιά της φωνής του και τη θεατρική του παρουσία, λειτουργούσε ως συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα τραγούδια, στις εποχές και στις διαφορετικές πτυχές της ζωής του Κώστα Μουντάκη.

Η καλλιτεχνική διεύθυνση του Πάρι Περυσινάκη και η σκηνοθεσία του Αιμιλιανού Σταματάκη διαμόρφωσαν μια παράσταση με ενιαία ροή και υψηλή αισθητική, όπου η μουσική, ο λόγος και ο χορός συνυπήρχαν αρμονικά.

Η πρώτη λύρα και το ξεκίνημα μιας σπουδαίας πορείας

Ο Κώστας Μουντάκης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1926 στην Αλφά Μυλοποτάμου, στο Ρέθυμνο. Ήταν το μικρότερο από τα επτά παιδιά του Νίκου και της Καλλιόπης. Ο πατέρας του υπήρξε μουσικός και χορευτής, στοιχείο που επηρέασε καθοριστικά το οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε.

Η Αλφά εκείνης της εποχής αποτελούσε ένα χωριό γεμάτο μουσικές, γλέντια και χορούς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την επεξεργασία της περίφημης αλφιανής πέτρας, δημιουργώντας μια κοινωνία αυτάρκη και δεμένη.

Στα καφενεία και στις αυλές του χωριού αντηχούσαν καθημερινά λύρες και τραγούδια. Ο μικρός Κώστας άκουγε με προσοχή τους λυράρηδες και αποτύπωνε στη μνήμη του κάθε κοντυλιά, κάθε στίχο και κάθε μουσική φράση.

Η απώλεια του πατέρα του σε μικρή ηλικία έφερε δύσκολες συνθήκες για την οικογένεια. Από πολύ νωρίς χρειάστηκε να εργαστεί για να βοηθήσει στο σπίτι. Υπήρξε εργάτης στη συγκομιδή της ελιάς, βοσκός, τυροκόμος, πραματευτής και αλωνάρης. Παράλληλα, η μουσική παρέμενε το μεγάλο του στήριγμα.

Σε μια αποθήκη σπιτιού συγγενικού του προσώπου βρέθηκε μια παλιά μισοσπασμένη λύρα. Ο Κώστας Μουντάκης έβαλε επάνω σύρματα για χορδές και δημιούργησε μόνος του ένα αυτοσχέδιο δοξάρι με τρίχες από ουρά γαϊδάρου. Εκείνη η εικόνα μοιάζει σήμερα σχεδόν μυθική. Ένα παιδί σε ένα μικρό χωριό του Ρεθύμνου ξεκινούσε το ταξίδι που θα τον οδηγούσε στην κορυφή της κρητικής μουσικής.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο τσαγκάρης του χωριού του πούλησε μια λύρα για ένα αρνί και πέντε οκάδες τυρί. Για τον Μουντάκη εκείνη η αγορά ισοδυναμούσε με θησαυρό. Κοιμόταν και ξυπνούσε με τη λύρα αγκαλιά, έχοντας διαρκώς στο μυαλό του τη μουσική.

Καθοριστική υπήρξε και η γνωριμία του με τον σπουδαίο οργανοποιό Μανώλη Σταγάκη, το 1947. Ο τελευταίος αναγνώρισε αμέσως το ταλέντο του νεαρού μουσικού και του έδωσε μια καινούργια λύρα, ακόμη και πριν εξοφληθεί το ποσό αγοράς. Η σχέση των δύο ανδρών εξελίχθηκε σε βαθιά φιλία που κράτησε ως το τέλος της ζωής του Κώστα Μουντάκη.

Ένας καλλιτέχνης που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο

Ο Κώστας Μουντάκης αντιμετώπιζε τη μουσική ως καθημερινή αποστολή. Πίστευε βαθιά στη μελέτη και στη συνεχή καλλιέργεια του καλλιτέχνη. Συχνά τόνιζε πως η μουσική γεννιέται από το συναίσθημα και το πάθος και πως ο λυράρης οφείλει να υπηρετεί την παράδοση με ευθύνη.

Αυτή η φιλοσοφία αποτυπώθηκε και στον τρόπο με τον οποίο δίδαξε νεότερους μουσικούς. «Στόχος μου είναι να μπει σιγά - σιγά και να αναγνωριστεί κάποτε η λαϊκή μας μουσική στα επίσημα Ωδεία του κράτους. Να επιζήσει, να επιβιώσει και να διαπρέψει η πραγματικά ελληνική μουσική. Η δημοτική μας, δηλαδή, μουσική, διότι αυτή είναι η εθνική μας μουσική. Και να γίνει κτήμα σε κάθε πεδίο, η κληρονομιά του τόπου μας. Η ευαισθησία στο παίξιμο των οργάνων, η φρασεολογία του συντακτικού του στίχου, το σεμνό ύφος του χορού στο κέντημα του ζάλου, να σου μιλάει η λύρα και να σε κατευθύνει τόνο τόνο στην κίνηση του ποδιού. Να παίρνεις ως χορευτής μελωδία και ρυθμό, να την μεταφέρεις στο πάτωμα, φτιάχνοντας γαϊτάνι κέντημα και ζωγραφιά. Να σου μαρτυρούν τα άκρα τι θέλει να σου πει η καρδιά σου και ο τραγουδιστής παραλαμβάνοντας στη γλώσσα του, το μεγαλείο της μελωδίας, να τον συναρμολογά και καθαρά να σου μιλεί άνετα, δίνοντας σου να γευτείς μέλι και ζάχαρη. Θαρρώ όλα αυτά εξαρτώντας από την ανατροφή, τη συναναστροφή και την κληρονομικότητά του ανθρώπου. Πώς αισθάνεται, ποια είναι τα βιώματά του. Δική μου ιδέα, λοιπόν, ήταν η ιστορία της μάθησης και της διδασκαλίας στα Κρητικόπουλα. Το 1979 πρωτάνοιξα το Ωδείο Ηρακλείου Απόλλων, το 1980 το Ωδείο Ρεθύμνης, το 1981 το Ωδείο Χανίων, το 1983 το Ωδείο Αγίου Νικολάου και έπεται συνέχεια». 

Πολλοί από τους σημερινούς λυράρηδες της Κρήτης στηρίχθηκαν στις δικές του τεχνικές, στις κοντυλιές και στον ιδιαίτερο τρόπο παιξίματος που ανέπτυξε. Στην πραγματικότητα, δύσκολα συναντά κανείς λυράρη στην Κρήτη που να μην έχει επηρεαστεί από τον Κώστα Μουντάκη. Το έργο του λειτούργησε σαν μουσικός οδηγός για πολλές γενιές καλλιτεχνών.

Η δισκογραφία και το ρεπερτόριο του αποτελούν σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Η δύναμη αυτών των τραγουδιών βρίσκεται στην αμεσότητα και στη βαθιά επαφή τους με την καθημερινή ζωή. Οι στίχοι μιλούν για την αγάπη, τον ξενιτεμό, τον έρωτα, τη θάλασσα και την κρητική λεβεντιά, μέσα από μια γλώσσα αυθεντική και ζωντανή.

Σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή του υπήρξε και η σχέση του με το Αρκάδι. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών πήγε ως τασιματάρης στη μονή, μέσα στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Εκεί συμμετείχε στις καθημερινές εργασίες του μοναστηριού και γνώρισε από κοντά το ιστορικό βάρος του τόπου.

Η πορεία του ξεπέρασε τα όρια της Κρήτης. Οι εμφανίσεις του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό συνέβαλαν αποφασιστικά στη διάδοση της κρητικής μουσικής σε διεθνές επίπεδο. Για τους Κρητικούς της διασποράς υπήρξε σύμβολο σύνδεσης με την πατρίδα. Μέσα από τα τραγούδια του αναβίωναν εικόνες, γιορτές και μνήμες από τον τόπο καταγωγής τους. Η προσωπικότητά του συνδύαζε λεβεντιά, πραότητα και γενναιοδωρία. Όσοι συνεργάστηκαν μαζί του μιλούν για έναν άνθρωπο ανοιχτό, με χιούμορ, βαθιά καλλιέργεια και τεράστια αγάπη για τη μουσική.

Το βιβλίο που διασώζει την πορεία του

Η ζωή και η καλλιτεχνική διαδρομή του μεγάλου λυράρη καταγράφονται και στο βιβλίο «Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη», το οποίο υπογράφει ο γιος του, επίσης δεξιοτέχνης της λύρας, Μάνος Μουντάκης. Η έκδοση περιλαμβάνει μαρτυρίες, σπάνιο φωτογραφικό υλικό και προσωπικές ιστορίες από τη γεμάτη πορεία του καλλιτέχνη. Παράλληλα, φωτίζει άγνωστες πτυχές της ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στην Αλφά μέχρι τα ταξίδια και τις εμφανίσεις του σε όλο τον κόσμο.

Ο Γιώργος Σγουράκης σημειώνει χαρακτηριστικά στην εισαγωγή πως ο Μουντάκης «υπήρξε ο συνεκτικός κρίκος με την πατρίδα, μετέφερε στα δύσκολα χρόνια την ελπίδα σε όλη την οικουμένη, τραγούδησε, εμψύχωσε και δίδαξε αξίες και αρχές». Η μουσική του Κώστα Μουντάκη συνεχίζει να ζει μέσα από τις νέες γενιές μουσικών και μέσα από το κοινό που εξακολουθεί να τραγουδά τα κομμάτια του με το ίδιο πάθος. Υπήρξε δάσκαλος, φορέας πολιτισμού και θεματοφύλακας μιας παράδοσης που συνεχίζει να εξελίσσεται και να συγκινεί.

«Το χρονικό της πορείας του Κώστα Μουντάκη» από τις εκδόσεις Μετρονόμος

Κάθε φορά που ακούγεται η λύρα του, η Κρήτη επιστρέφει ζωντανά μπροστά μας. Οι αυλές των χωριών, τα γλέντια, οι μαντινάδες και οι χοροί αποκτούν ξανά παλμό. Και κάπου ανάμεσα στις κοντυλιές του, παραμένει πάντα παρούσα η μορφή του «Μεγάλου Κρητικού», ενός καλλιτέχνη που ένωσε την παράδοση με τη διαχρονικότητα και χάρισε στην ελληνική μουσική έναν θησαυρό ανεκτίμητης αξίας.

«Η Κρήτη για μένα είναι μία φλόγα που με καίει. Είναι η ίδια μου η ζωή. Χωρίς Κρήτη δηλαδή, θαρρώ, περιττό να ζω. Είναι για μένα ο επίγειος παράδεισος σε αυτό τον κόσμο. Εχω γυρίσει όλο τον πλανήτη από τρεις, τέσσερις φορές. Σαν την Κρήτη, όμως, εγώ τουλάχιστον το πιστεύω. Δεν υπάρχει άλλο μέρος και άλλος λαός. Αντιμετώπιζα πάντα τη δουλειά μου με επιμονή και καρτερία και στο επάγγελμα και στη κοινωνία και στις κινήσεις μου και στους πειρασμούς και στο ήθος και στην ευθύνη, αλλά πάνω απ' όλα στην προσφορά. Γιατί σημασία δεν έχει να κοιτάζεις τι κάνει ο άλλος για σένα, αλλά τι κάνεις εσύ για αυτόν», ακούστηκε στο τέλος του μουσικού αφιερώματος στο Παλλάς.