Τα φώτα έχουν ανάψει. Η σκηνή έχει αδειάζει από σώματα, η μουσική έχει σταματήσει, κι όμως τίποτα δεν μοιάζει να έχει τελειώσει. Στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ο κόσμος παραμένει όρθιος, με τα χέρια να κινούνται ασταμάτητα, σαν να προσπαθούν να κρατήσουν κάτι που μόλις χάθηκε από το οπτικό τους πεδίο. Το χειροκρότημα επιστρέφει ξανά και ξανά, πυκνό, παρατεταμένο, φορτισμένο. Στα πρόσωπα διακρίνεται εκείνη η σπάνια στιγμή όπου το θέαμα έχει περάσει το όριο της σκηνής και έχει «μιλήσει» στην ψυχή των θεατών.
Μπροστά μας έχει μόλις ολοκληρωθεί το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα». Όχι ως μια παράσταση που είδαμε και τελείωσε, μα ως μια ακολουθία εικόνων, σωμάτων και ήχων που συνεχίζουν να κινούνται, ακόμη και τώρα που όλα έχουν σταματήσει. Η μεγάλη σκάλα, η πτώση, οι αγκαλιές, οι φωνές της μουσικής, το τελευταίο φιλί των εραστών επανέρχονται στη μνήμη. Κανείς δεν βιάζεται να φύγει. Είναι σαν όλοι να χρειάζονται λίγο χρόνο για να επιστρέψουν στον πραγματικό κόσμο.
Αυτή η αίσθηση —ότι κάτι μας ακολούθησε, ότι κάτι μετακινήθηκε μέσα μας— είναι το πρώτο και πιο καθαρό αποτύπωμα της ανανεωμένης εκδοχής της εμβληματικής performance-installation των Γιώργου Κουμεντάκη και Δημήτρη Παπαϊωάννου. Ένα έργο που γεννήθηκε πριν από τρεις δεκαετίες, επιστρέφει σήμερα στη μεγάλη κλίμακα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και βρίσκει ξανά τον τρόπο να μιλήσει σε όλους, με την ίδια ένταση, την ίδια καθαρότητα, την ίδια ανάγκη για κοινό βίωμα. Στη συνέχεια θα ταξιδέψει στο Παρίσι για να παρουσιαστεί στο ιστορικό Theatre du Chatelet.

Η σκηνή πριν αρχίσει η δράση
Μπαίνοντας στην αίθουσα, το βλέμμα καρφώνεται στη σκηνή. Μια τεράστια, γκριζόμαυρη σκάλα υψώνεται στο βάθος, φτάνοντας σχεδόν μέχρι εκεί που τελειώνει το μάτι. Θυμίζει κερκίδα, θυμίζει οικοδομή, θυμίζει τόπο δοκιμασίας. Στον ελαφρώς ανυψωμένο χώρο μπροστά από τη σκηνή, οι μουσικοί και οι χορωδοί παίρνουν τη θέση τους. Ο Θεόδωρος Κουρεντζής ανεβαίνει στο πόντιουμ. Η δράση ξεκινά. Δύο άνδρες πλησιάζουν ο ένας τον άλλον από διαφορετικές άκρες. Σφραγίζουν τη σχέση τους μ' ένα ποτήρι γεμάτο από το αίμα τους, σύμβολο δεσμού και προσφοράς, και αρχίζουν την άνοδο προς την κορυφή της σκάλας. Από εκείνη τη στιγμή, η κίνηση γίνεται αδιάκοπη.
Το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» ανήκει στα πιο εμβληματικά έργα της πρώτης συνθετικής περιόδου του Γιώργου Κουμεντάκη. Το λιμπρέτο, βασισμένο στο ποίημα «Λάζαρος» του Δημητρίου Καπετανάκη, λειτουργεί σαν υπόγειο ρεύμα που διατρέχει όλη τη σύνθεση. Το πρωτότυπο ποιήμα είναι στην αγγλική γλώσσα, όμως, ο συνθέτης διαμόρφωσε ένα ποιητικό κείμενο στα ελληνικά, βασιζόμενος σε μια επανέκδοση της μετάφρασης του Αλέξανδρου Βεϊνόγλου που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1946 στο περιοδικό «Νέα Εστία».
Οι επαναλαμβανόμενοι στίχοι, απαγγελμένοι από τον Άγγελο του Θανάτου, βαθαίνουν το αίσθημα της απώλειας. «Ο χτύπος αυτός σημαίνει θάνατο», ακούγεται ξανά και ξανά, σαν υπενθύμιση της εύθραυστης φύσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Από τη γραφή του έργου γίνεται φανερό ότι ο συνθέτης εγκαταλείπει αυθόρμητα τον μοντερνισμό και επιστρέφει σ' ένα είδος πηγαίου εκλεκτικού νεορομαντισμού, ο οποίος του επιτρέπει να δημιουργήσει απνευστί μια «εσωστρεφή» μουσική, απόλυτα συμβατή με το κυρίαρχο συναίσθημα της εποχής, τον φόβο.
Η μουσική ξεκινά χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν ψίθυρος, με τα έγχορδα ν' ανοίγουν έναν αργό δρόμο και τα ξύλινα πνευστά να μπαίνουν σταδιακά, κυρίως το κλαρινέτο, σαν φωνή που έρχεται από μακριά. Ο Κουρεντζής δίνει στο έργο μια νέα αναπνοή. Η διεύθυνσή του αναδεικνύει τις λεπτές ποιότητες της σύνθεσης, την εσωτερική της ένταση, την καθαρότητα των γραμμών. Οι σολίστ μουσικοί της Ορχήστρας της ΕΛΣ, το χορωδιακό σύνολο ΜΕΙΖΟΝ Ensemble και οι υψίφωνοι Ντιάνα Νοσίρεβα και Ξένια Ντορόντοβα κινούνται σε απόλυτη συνοχή.
Η τέχνη της πτώσης
Για σαράντα λεπτά, τα σώματα κινούνται πάνω στη σκάλα σαν ν' ακολουθούν έναν αόρατο ρυθμό. Γλιστρούν, κατεβαίνουν τα σκαλιά, επιστρέφουν ξανά και ξανά στην ίδια πορεία, σαν να μην υπάρχει άλλη διαδρομή. Κάποιες στιγμές μοιάζουν ελαφριά, σχεδόν αιωρούμενα, σαν να κρατούν για λίγο την ανάσα τους πριν αφεθούν στην κίνηση. Άλλες φορές βαραίνουν απότομα, και τότε το βάρος αποτυπώνεται καθαρά σε κάθε μυ, σε κάθε άρθρωση, σε κάθε πτώση.
Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου μετατρέπει την πτώση σε βασική γλώσσα. Τα σώματα μιλούν μέσα από την ακρίβεια των κινήσεών τους. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν επιδιώκει τον εντυπωσιασμό. Ο χορός μοιάζει με μια διαρκή δοκιμασία ισορροπίας, όπου κάθε βήμα, κάθε γλίστρημα, κάθε κάθοδος κρατά τον παλμό της παράστασης ζωντανό. Οι περφόρμερ πέφτουν και ξανασηκώνονται, κουβαλούν ο ένας τον άλλον, γίνονται στήριγμα και βάρος ταυτόχρονα. Κάποιες στιγμές αγκαλιάζονται, προτού λυθούν και χαθούν μέσα στη ροή. Άλλες φορές, ένα γυμνό σώμα μένει μόνο, αποκομμένο, μέσα στο πλήθος που συνεχίζει να κινείται γύρω του.
Η σκάλα μετατρέπεται σε τόπο συλλογικού περάσματος. Κάθε κάθοδος μοιάζει με επανάληψη μιας κοινής μοίρας. Κάθε άνοδος με προσπάθεια που ζητά όλο το σώμα. Οι κινήσεις έχουν ρυθμό, έχουν παλμό. Οι πτώσεις διαδέχονται η μία την άλλη, δημιουργώντας μια αίσθηση αδιάκοπης πορείας. Τα σώματα δοκιμάζουν τα όριά τους ξανά και ξανά, σαν να επιμένουν να υπάρξουν μέσα στη συνεχή κίνηση.
Οι εικόνες που γεννιούνται στη σκηνή μοιάζουν με πίνακες που σχηματίζονται και διαλύονται μπροστά στα μάτια μας. Η ανδρική παρουσία κυριαρχεί, φορτισμένη με μια ωμή τρυφερότητα που διατρέχει ολόκληρη τη χορογραφία. Ο Παπαϊωάννου αντιμετωπίζει το ανθρώπινο σώμα σαν υλικό εύθραυστο και ταυτόχρονα ανθεκτικό, ικανό να φέρει πάνω του βάρος, μνήμη και ένταση. Κάθε πτώση αποκτά σημασία, κάθε επανάληψη βαθαίνει την εικόνα. Μέσα σε αυτή τη συνεχή ροή, ο χορός μεταμορφώνεται σε τελετουργία. Μια τελετουργία όπου ο έρωτας και η απώλεια συνυπάρχουν χωρίς διακοπή, χαραγμένα πάνω στα σώματα που πέφτουν, σηκώνονται και συνεχίζουν την πορεία τους.

Ενα έργο που γεννήθηκε από απώλειες
Το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1995 και ήταν αφιερωμένο στα θύματα του AIDS των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Πρόκειται για το πρώτο καλλιτεχνικό έργο που τόλμησε να σταθεί ανοιχτά απέναντι σε αυτή τη βαθιά πληγή. Η αλματώδης πρόοδος της ιατρικής επιστήμης συνέβαλε καθοριστικά στην αντιμετώπιση του AIDS και έχει βελτιώσει θεαματικά την ποιότητα ζωής των ασθενών, πριν από τρεις δεκαετίες, όμως, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική.
Δεν αφορούσε μια μικρή κοινότητα ή έναν συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό, όπως είχε λανθασμένα εννοηθεί στην αρχή, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία. Η ασθένεια έφερε μαζί της φόβο, απομόνωση, ξαφνικούς αποχαιρετισμούς. Άνθρωποι χάθηκαν γρήγορα, σχέσεις κόπηκαν απότομα, σώματα και ζωές βρέθηκαν στο περιθώριο. Ηταν, ίσως, η πρώτη ασθένεια στη σύγχρονη ιστορία που άλλαξε τόσο ριζικά τις ανθρώπινες σχέσεις.
Στη σημερινή του μορφή, το «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα» ανοίγει ακόμη περισσότερο τον κύκλο του. Το αρχικό του βάρος παραμένει ζωντανό, αλλά πλέον απλώνεται σε κάθε μορφή απώλειας που σημάδεψε τον σύγχρονο κόσμο. Αγκαλιάζει τις απώλειες των πολέμων των τελευταίων χρόνων, τα σώματα που χάθηκαν μακριά από τον τόπο τους, τις ζωές που διακόπηκαν απότομα και έμειναν χωρίς συνέχεια. Αγκαλιάζει, επίσης, τις μέρες της πανδημίας του κορονοϊού, όταν ο αποχωρισμός έγινε καθημερινότητα και οι απώλειες αισθανόταν πιο οδυνηρές γιατί δεν υπήρχε χώρος για να τις θρηνήσουμε μαζί.
Ο θεατής αναγνωρίζει κομμάτια της δικής του διαδρομής μέσα στις εικόνες. Το φινάλε φέρνει τους εραστές σ' ένα ύστατο αποχαιρετισμό. Μια εικόνα απλή και βαθιά ανθρώπινη, που συμπυκνώνει όλο το έργο. Φεύγοντας από το κτίριο, οι εικόνες και οι ήχοι συνεχίζουν να συνοδεύουν τον θεατή. Η Εθνική Λυρική Σκηνή φιλοξενεί ένα έργο-σταθμό, ένα έργο που μιλά χαμηλόφωνα και φτάνει βαθιά. Κάποιες βραδιές μένουν. Αυτή ήταν μία από αυτές.


