Μετά τη θριαμβευτική πορεία στη Θεσσαλονίκη, το έργο «Ας περιμένουν οι γυναίκες» που κέρδισε κοινό και κριτικούς παρουσιάζεται στο Θέατρο Ψυρρή για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων και φέρνει μαζί της έναν αέρα οικείο, παιχνιδιάρικο και βαθιά ελληνικό. Η εμβληματική κωμωδία του Σταύρου Τσιώλη βρίσκει νέο σώμα στο θέατρο, κρατώντας την ειρωνική, καυστική και ανθρώπινη γραφή της.
Στο κέντρο μια ανδρική παρέα που ταξιδεύει, μιλά ακατάπαυστα, φιλοσοφεί, κάνει σχέδια και αφήνεται σε όνειρα. Η θρυλική ταινία του 1998, με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Σάκη Μπουλά και τον Αργύρη Μπακιρτζή χάρισε στο κοινό ατάκες που γράφτηκαν βαθιά στη μνήμη μας και εξελίχθηκε σε cult φαινόμενο. Οι ήρωες διεκδικούν το δικαίωμα στην καψούρα και την ερωτική παραζάλη, πληρώνοντας το τίμημα μιας κοινωνίας γεμάτης αντιφάσεις.
Ο Σταύρος Τσιώλης χαρίζει έναν γλυκόπικρο θρίαμβο ανδρικού γοήτρου, ντυμένο με τραγούδι και τρυφερότητα. Στη σκηνή ακούγονται ζωντανά τα τραγούδια της ταινίας από την Αλεξάνδρα Μάγκου. Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες», άτυπη συνέχεια του «Παρακαλώ, γυναίκες, μην κλαίτε», σφραγίζει τη δεύτερη περίοδο του δημιουργού και συνεχίζει να μιλά σαν μια ιστορία που υπήρχε από πάντα και τώρα επανέρχεται με ανανεωμένη ματιά.
Ο Πέτρος Λαγούτης, ένας από τους πρωταγωνιστές, μιλά στο ethnos.gr μ' ενθουσιασμό για την απόφασή του να πάρει μέρος στην παράσταση. Η εντυπωσιακή πορεία της ταινίας στον χρόνο, μαζί με τη φλόγα και την επιθυμία του Βαγγέλη Λάσκαρη, του Τάσου Τζιβίσκου και του Νικόλα Βασιλειάδη να δώσουν σάρκα και οστά στην πρώτη θεατρική μεταφορά, λειτούργησαν ένα ισχυρό κάλεσμα. Για τον ίδιο, το πέρασμα ενός εμβληματικού road movie στη σκηνή μοιάζει φυσικό, αφού το θέατρο και ο κινηματογράφος συγγενεύουν και αλληλοτροφοδοτούνται δημιουργικά.
Ο ήρωας που υποδύεται, ο Μιχάλης, περιγράφεται ως απλός, δοτικός, καλόψυχος, επιρρεπής, ένας γνώριμος τύπος Έλληνα. Υπάρχει ένα σημείο στο ταξίδι του, όπου ο εσωτερικός του κόσμος συναντά το παιδί που κρύβει μέσα του, ένα στοιχείο που ο ηθοποιός αναγνωρίζει και στον εαυτό του. Πίσω από το χιούμορ και την ανεμελιά αναδύεται η δυσκολία της ενηλικίωσης και η προαιώνια ανάγκη να κρατιέται ζωντανό το παιδικό στοιχείο, μαζί με την αποδοχή της ενήλικης πραγματικότητας. Ο Πέτρος Λαγούτης βλέπει στο έργο καθαρές αναφορές στις φιλικές και συζυγικές σχέσεις, στη σχέση με τον εαυτό μας, καθώς και στη σχέση του πολίτη με το κράτος.
Πώς βλέπετε τη νέα γενιά θεατών που ανακαλύπτει τώρα το έργο; Ποιες είναι οι αντιδράσεις τους;
Οντως, πολλοί από τους θεατές δεν πρόλαβαν τους συγκεκριμένους τύπους που βλέπουμε στην ταινία, ανθρώπους μιας άλλης εποχής, με άλλες αγωνίες και άλλες κοινωνικές αναφορές. Παρ’ όλα αυτά, αισθάνονται κάτι πολύ οικείο. Είναι σαν ν' αναγνωρίζουν το μεταπολιτευτικό DNA που κυκλοφορεί ακόμα γύρω μας, που υπάρχει στις οικογένειες, στις παρέες, στον τρόπο που μιλάμε και σχετιζόμαστε. Οι αντιδράσεις τους έχουν ενδιαφέρον, γιατί βλέπεις μια αυθεντική περιέργεια και μια αληθινή σύνδεση με το υλικό, σαν ν' ανακαλύπτουν κάτι παλιό που όμως μιλά κατευθείαν στο σήμερα.

Νιώθετε ότι σήμερα ακούμε λιγότερο και μιλάμε περισσότερο;
Αυτό πράγματι συμβαίνει και έχει πολλές αιτίες. Αν το δούμε από ανθρώπινη σκοπιά, ζούμε σε μια εποχή με ελάχιστο χρόνο ουσιαστικής κοινωνικοποίησης. Η καθημερινότητα μάς πιέζει τόσο πολύ, ώστε όταν βρισκόμαστε με άλλους ανθρώπους έχουμε την ανάγκη απλώς να ξεφορτώσουμε όσα κουβαλάμε μέσα μας. Παράλληλα, παρατηρώ πως η επικοινωνία συχνά γίνεται επιφανειακή. Πολλοί μιλούν για να πουν τι έχουν, τι απέκτησαν, τι πέτυχαν ή τι τους λείπει. Λιγότεροι μπαίνουν στη διαδικασία να γνωρίσουν τον άλλον, ν' ανοιχτούν, να συνδεθούν ουσιαστικά και να εξελιχθούν μέσα από αυτή τη σύνδεση. Είναι μια εποχή που δίνει βάρος στο «έχειν» και λιγότερο στο «είναι».
Τελικά, το θέατρο πρέπει να δίνει απαντήσεις ή να προκαλεί και άλλα ερωτήματα;
Ούτε το ένα ούτε το άλλο αποτελεί αυτοσκοπό. Το θέατρο υπάρχει για να συν-κινεί, για να βάζει τον άνθρωπο σε μια εσωτερική διαδρομή. Από εκεί και πέρα, αν αυτή η κίνηση γεννά απαντήσεις ή καινούρια ερωτήματα, αυτό αφορά τον θεατή και τη δική του πορεία. Το έργο απλώς ανοίγει τον δρόμο.
Το Big Brother ήταν για εσάς μια εμπειρία πειραματισμού, ανάγκη για χρήματα ή μια φυσική εξέλιξη της επαγγελματική σας πορείας;
Και τα τρία. Υπήρχε διάθεση για πειραματισμό, υπήρχαν πρακτικοί λόγοι και υπήρχε και η ανάγκη να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό, σε μια φάση που αυτό μου φάνηκε σαν επόμενο βήμα.
Πόσο εύκολο είναι για έναν ηθοποιό να σταθεί σ' έναν τόσο διαφορετικό ρόλο; Σας στεναχώρησε καθόλου η κριτική που δεχτήκατε;
Κάθε ρόλος έχει τις δικές του απαιτήσεις και τις δικές του δυσκολίες. Η παρουσίαση ενός πρότζεκτ τέτοιου τύπου ξεφεύγει από τα όρια της κλασικής υποκριτικής και χρειάζεται συνειδητή επιλογή. Υπήρξε αρνητική κριτική πριν καν ξεκινήσει και αυτό που με πείραξε περισσότερο ήταν τα κακόβουλα σχόλια που δέχτηκα σε κάποιες περιπτώσεις. Μετά την παρουσίαση του πρότζεκτ, ένιωσα δικαιωμένος για την απόφασή μου και πιο ήρεμος με όσα επέλεξα να κάνω.
Αν είχατε μπροστά σας δύο προτάσεις — μία για τηλεοπτική σειρά και μία για παρουσίαση εκπομπής — ποια θα επιλέγατε και γιατί;
Θα διάλεγα εκείνη που σαν ιδέα θα με ενθουσίαζε περισσότερο, με ανθρώπους που θαυμάζω και εμπιστεύομαι και, φυσικά, με τις καλύτερες δυνατές οικονομικές συνθήκες (γέλια). Όλα παίζουν ρόλο.

Θεωρείτε ότι η τηλεόραση «κολλάει ταμπέλες» πιο εύκολα από το θέατρο;
Δεν είμαι σίγουρος. Προσωπικά προσπαθώ να μη δίνω πολλή σημασία στις ταμπέλες δεξιά κι αριστερά. Προτιμώ να κοιτάζω μπροστά και να συνεχίζω.
Έχετε κάνει ποτέ ένα ταξίδι απλώς για να φύγετε απ' όλα; Έχετε έναν δικό σας τόπο ηρεμίας;
Ναι, έχω κάνει. Τελικά, ο μοναδικός τόπος ηρεμίας είναι ο ήρεμος εαυτός μου. Αυτόν προσπαθώ να βρίσκω και αυτό είναι το ταξίδι που φροντίζω να μη βάζω σε αναμονή.
Η σχέση με τον εαυτό μας αλλάζει με τον χρόνο. Τι εκτιμάτε περισσότερο στον εαυτό σας σήμερα που ίσως παλιότερα θεωρούσατε δεδομένο;
Με το πέρασμα των χρόνων μαθαίνεις πρώτα απ’ όλα να εκτιμάς τη ζωή. Σε προσωπικό επίπεδο, αυτό που αγαπώ περισσότερο και κάποτε έπαιρνα ως δεδομένο είναι η παιδικότητά μου.
Τι εύχεστε για το νέο έτος;
Υγεία, περισσότερα χαμόγελα και τόλμη.


