Τις τελευταίες ώρες έχουν γραφτεί και ακουστεί πολλά σχόλια γύρω από την επικείμενη συμμετοχή του Λευτέρη Πανταζή στο Φεστιβάλ Αθηνών και, κυρίως, γύρω από τη συνεργασία του, με τη Λένα Κιτσοπούλου. Η είδηση αυτή στάθηκε αφορμή για να ξανανοίξει, λίγο-πολύ, η συζήτηση που συνοδεύει κάθε της δουλειά, αφού είναι από τις περιπτώσεις δημιουργών που δύσκολα περνούν απαρατήρητες, αρκεί να θυμηθούμε όσα είχαν συμβεί με τις «Σφήκες» στην Επίδαυρο.
Οι δύο καλλιτέχνες θα συνεργαστούν στις «Βάκχες» του Ευριπίδη, που θα παρουσιαστούν από τις 20 έως τις 22 Ιουλίου, στην Πειραιώς 260, σε σκηνοθεσία και διασκευή της Λένας Κιτσοπούλου. Η ανακοίνωση της συμμετοχής του λαϊκού τραγουδιστή προκάλεσε αμέσως ποικίλα σχόλια, με αντιδράσεις που κινούνται από ενθουσιασμό μέχρι έναν πιο έντονο προβληματισμό για αυτή την καλλιτεχνική συνύπαρξη με το Φεστιβάλ Αθηνών.
Σε αυτή τη νέα δουλειά, η Λένα Κιτσοπούλου φαίνεται ν' αφήνει πίσω μια πιο «κλασική» ή ψυχαναλυτική ανάγνωση των «Βακχών» και ετοιμάζεται να παρουσιάσει μια παράσταση που μοιάζει περισσότερο με λαϊκή γιορτή, ένα γλέντι μέσα σε όλο αυτό το αίσθημα αδιεξόδου που υπάρχει στο έργο ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία του Λευτέρη Πανταζή δεν είναι απλώς μια «έκπληξη», αλλά δένει με αυτή τη λογική, φέρνοντας πιο έντονα το λαϊκό στοιχείο πάνω στη σκηνή.
Λαϊκό γλέντι και αρχαία τραγωδία στην ίδια σκηνή
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται το εμβληματικό έργο του Ευριπίδη, ένα κείμενο που εδώ και αιώνες τροφοδοτεί διαφορετικές αναγνώσεις και σκηνοθετικές προσεγγίσεις. Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από την επιστροφή του θεού Διονύσου στη Θήβα, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, Σεμέλη, με στόχο την καθιέρωση της λατρείας του. Απέναντί του στέκεται ο νεαρός βασιλιάς Πενθέας, ο οποίος αρνείται να αναγνωρίσει τη θεϊκή του υπόσταση και επιχειρεί να ελέγξει τη διάδοση της νέας πίστης.
Η σύγκρουση που προκύπτει αποκτά διαστάσεις που ξεπερνούν τα όρια μιας προσωπικής αντιπαράθεσης. Ο Διόνυσος οδηγεί τις γυναίκες της Θήβας στα βουνά, σε μια κατάσταση διονυσιακής έκστασης, μετατρέποντάς τες σε φορείς μιας συλλογικής δύναμης που αψηφά την κοινωνική τάξη. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η Αγαύη, μητέρα του Πενθέα, η οποία συμμετέχει σε αυτή την ορμητική κίνηση που κορυφώνεται με τον διαμελισμό του ίδιου της του παιδιού, μέσα σε μια κατάσταση παραληρηματικής πίστης.

Η ματιά της Λένας Κιτσοπούλου απομακρύνεται από την καθαρά ψυχολογική ανάγνωση και στρέφεται περισσότερο στους μηχανισμούς που διαμορφώνουν ιδέες και πεποιθήσεις. Στις «Βάκχες», το ενδιαφέρον δεν είναι μόνο οι χαρακτήρες, αλλά το πώς τα δόγματα αποκτούν δύναμη και επηρεάζουν ολόκληρη την κοινωνία. Η εγκαθίδρυση μιας νέας θρησκευτικής τάξης παρουσιάζεται ως κάτι που δεν μένει στην επιφάνεια, αλλά μπαίνει βαθιά στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων, αλλάζοντας τον τρόπο που βλέπουν και κατανοούν τον κόσμο γύρω τους.
Η διαδρομή μιας ανήσυχης δημιουργού
Η Λένα Κιτσοπούλου αποτελεί μία από τις πιο ιδιότυπες και ανήσυχες φωνές του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, μια δημιουργό που κινείται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές έκφρασης, χωρίς να περιορίζεται σε καμία. Όπως έχει η ίδια πει, η ταμπέλα της «αιρετικής» δημιουργού της φαίνεται κάπως άστοχη. «Αν θεωρείται αιρετικό πράγμα η προσωπική σου γλώσσα, τότε κάθε άνθρωπος που ασχολείται με την τέχνη θα έπρεπε να είναι αιρετικός. Δεν γίνεται να μην είναι προκλητικός κάποιος που επιλέγει να στέκεται μπροστά σε κοινό και ουσιαστικά να λέει "προσέξτε με"».
Γεννημένη το 1971, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ένα περιβάλλον που επηρέασε καθοριστικά τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής της ταυτότητας. Από νωρίς έδειξε την ανάγκη να εκφραστεί πολυδιάστατα, ασχολούμενη όχι μόνο με την υποκριτική, αλλά και με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία, ενώ παράλληλα καλλιεργεί το ενδιαφέρον της για το ρεμπέτικο τραγούδι, τη ζωγραφική και τη γλυπτική.

Η ίδια έχει μιλήσει ανοιχτά για το πώς διαμορφώθηκε ως άνθρωπος και δημιουργός: «Δεν έχω κατακτήσει πολλά πράγματα μόνη μου, ακόμα και τα θετικά του εαυτού μου τα οφείλω στο σπίτι που μεγάλωσα. Ο χαρακτήρας πλάθεται νομίζω τα χρόνια που μιμείσαι συμπεριφορές άλλων, οπότε αισθάνομαι τυχερή που είχα να μιμηθώ ένα περιβάλλον που υποστήριζε την αυτονομία του ατόμου, την ελευθερία, την ανεξαρτησία, το δικαίωμα στο όνειρο, την απόλαυση, τις μουσικές, τα ταξίδια, είχα πλάτες πίσω μου και ώθηση για να πετάω». Στο έργο και τον λόγο της επανέρχεται συχνά η ένταση ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, καθώς και η διαρκής της ανάγκη για εξέλιξη και υπέρβαση.
Η Λένα Κιτσοπούλου είναι από τις δημιουργούς που δύσκολα αφήνουν αδιάφορο το κοινό. Είτε θα την αγαπήσεις είτε θα σε εξοργίσει. Από τα πρώτα της βήματα επιλέγει να δοκιμάζει τα όρια, να συνδυάζει το σοβαρό με το απρόβλεπτο και να φέρνει στη σκηνή το άβολο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η έντονη αντίδραση που προκάλεσαν οι «Σφήκες» στην Επίδαυρο, όπου μέρος του κοινού αποχώρησε κατά τη διάρκεια της παράστασης, άλλοι δεν χειροκρότησαν στο τέλος, ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπήρξε ένας καταιγισμός αρνητικών σχολίων, συχνά από ανθρώπους που δεν είχαν δει καν την παράσταση.
Αντίστοιχη ήταν και η περίπτωση της «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», ενός έργου που παρακολουθεί μια γυναίκα-σύμβολο της καθημερινής φθοράς μέσα από εξομολογητικό, ειρωνικό και ωμά ρεαλιστικό λόγο. Το έργο προκάλεσε αμηχανία αλλά και έντονο ενδιαφέρον όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της να διχάζει το κοινό. Το ύφος της είναι πλέον αναγνωρίσιμο. Σατιρικό, αιχμηρό, απρόβλεπτο. Στον «Αθανάσιο Διάκο», για παράδειγμα, μετέφερε μια εμβληματική μορφή της ελληνικής ιστορίας στο σήμερα, παρουσιάζοντάς τον ως ιδιοκτήτη σουβλατζίδικου. Αντίστοιχα, στον «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, επέλεξε ως πρωταγωνιστή τον ποδοσφαιριστή Σάββα Κωφίδη. Σχεδόν κάθε χρόνο, από το 2009 και μετά, παρουσιάζει τουλάχιστον μία — συχνά και περισσότερες — παραστάσεις.
Η πορεία της αναγνωρίστηκε από νωρίς, με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για τις «Νυχτερίδες» (Κέδρος, 2006), ενώ η παρουσία της επεκτάθηκε και εκτός Ελλάδας, κυρίως στη Γερμανία. Εκεί ήρθε σε επαφή με μια διαφορετική θεατρική παράδοση, εμπλουτίζοντας περαιτέρω τη ματιά της. Η διεθνής της αναγνώριση ενισχύθηκε με το βραβείο Stuckemarkt στη Χαϊδελβέργη για τον «Αθανάσιο Διάκο», που την καθιέρωσε ως μια ιδιαίτερη και τολμηρή δημιουργό. Επίσης, δοκίμασε τα όριά της και εκτός θεάτρου, όπως με την εμφάνισή της, σε club της Νέας Υόρκης, ερμηνεύοντας ρεμπέτικα τραγούδια, αποσπώντας θετικά σχόλια ακόμη και από τους New York Times.

Η Λένα Κιτσοπούλου τοποθετείται δημόσια σε ζητήματα όπως η πολιτική ορθότητα και η λογοκρισία, επιλέγοντας παράλληλα να κρατά αποστάσεις από τον κόσμο των social media. Η νέα της δουλειά πάνω στις «Βάκχες», σε συνδυασμό με τη συνεργασία της με τον Λευτέρη Πανταζή, προστίθεται σε μια καλλιτεχνική πορεία γεμάτη πειραματισμούς και διαρκείς αναζητήσεις. Όλα δείχνουν πως αυτή η κίνηση θα αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από το σύγχρονο ελληνικό θέατρο και τη σχέση του με το κοινό. Άλλωστε, η ίδια κινείται σταθερά ανάμεσα στη σάτιρα και το ρίσκο, και άλλες φορές σε ξαφνιάζει, άλλες σε διασκεδάζει και άλλες σε προβληματίζει.


