Γαρίφαλα που πέφτουν στην πίστα, ποτήρια που γεμίζουν ξανά, τραγουδίστριες κάτω από δυνατούς προβολείς, θαμώνες που ξοδεύουν μέσα σε λίγες ώρες όσα μπορεί να χρειάστηκαν μέρες ή εβδομάδες για να κερδίσουν. Στην άκρη της πόλης ή πάνω σε έναν επαρχιακό δρόμο, μια αποθήκη έχει μετατραπεί σε νυχτερινό κέντρο και, όσο έξω η καθημερινότητα συνεχίζεται κανονικά, μέσα ένας διαφορετικός κόσμος ξυπνά. Είναι η Ελλάδα της δεκαετίας του ’80 και των αρχών του ’90, των μεγάλων λαϊκών μαγαζιών της περιφέρειας, του εύκολου χρήματος, της καψούρας και της υπερβολής. Ένας κόσμος που για χρόνια αντιμετωπίστηκε σχεδόν περιφρονητικά και σήμερα επιστρέφει ως κομμάτι μιας εποχής που αξίζει να ξαναδιαβαστεί.
Το «Αυτή η νύχτα μένει», έχοντας ήδη διαγράψει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη πορεία στη Θεσσαλονίκη, με συνεχείς παρατάσεις και διακρίσεις, έρχεται στη σκηνή του Ολύμπια, Δημοτικού Μουσικού Θεάτρου «Μαρία Κάλλας», όπου κάνει πρεμιέρα το Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου. Η μεγάλη μουσικοθεατρική παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος αντλεί το υλικό της από το ομώνυμο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΘΒΕ, Αστέριο Πελτέκη, να υπογράφει τόσο τη θεατρική διασκευή όσο και τη σκηνοθεσία. Για τον ίδιο, «η συγκεκριμένη δεκαετία αποτελεί αφενός μια πολύ ενδιαφέρουσα κοινωνικοπολιτική περίοδο για τη σύγχρονη Ελλάδα και αφετέρου μια περίοδο πλούσια σε εικόνες και βιώματα για εμένα προσωπικά», σημειώνει στο ethnos.gr. Η Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, η άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ, η ένταξη στην ΕΟΚ, οι οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές, αλλά και η επέλαση της παγκόσμιας ποπ κουλτούρας, διαμόρφωσαν, όπως λέει, «μια Ελλάδα που έμοιαζε σαν πίνακας του Πικάσο».
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη γεννήθηκε και αναπτύχθηκε ένα κατεξοχήν ελληνικό φαινόμενο, τα «σκυλάδικα». Ιδιαίτερα στην επαρχία, τα νυχτερινά αυτά κέντρα έγιναν, κατά τον ίδιο, μια ιδιότυπη «γέφυρα» ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία βρισκόταν η λιτότητα και η γκρίζα καθημερινότητα και από την άλλη το νέο χρήμα, οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, η κατανάλωση και το πολύχρωμο σκηνικό της νυχτερινής διασκέδασης. «Πρώην αποθήκες και αλάνες μετατρέπονται εν μια νυκτί σε μαγαζιά που προσφέρουν "πολύχρωμες χάντρες" στους "ιθαγενείς"», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια περίοδο γρήγορης και συχνά απότομης κοινωνικής αλλαγής. Για τον σκηνοθέτη, εκείνα τα χρόνια μοιάζουν με μια «εφηβική» φάση της χώρας, η οποία αργότερα έδωσε τη θέση της σε μια πολύ πιο σκληρή ενηλικίωση. «Αξίζει, λοιπόν, αφενός να θυμηθούμε και αφετέρου να κατανοήσουμε τι ήταν όλη αυτή η διαδρομή, μέσα από το θέατρο και τις δυνατότητες που μας δίνει η τέχνη».
Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται η ελληνική νύχτα μιας άλλης εποχής, με όλες τις αντιφάσεις που κουβαλούσε. Τα φώτα, τα λουλούδια, το τραγούδι, ο χορός και η αίσθηση ότι το χρήμα μπορούσε να ξοδευτεί απλόχερα συνυπήρχαν με μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Πίσω από τη λάμψη υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν για το μεροκάματο, σχέσεις εξάρτησης, εκμετάλλευση, βία και γυναίκες που συχνά βρίσκονταν στην πιο ευάλωτη θέση αυτού του κόσμου. Αυτή ακριβώς η διπλή όψη της νύχτας ήταν και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον Αστέριο Πελτέκη. Το ζητούμενο ήταν να αποδοθεί η γοητεία και η εξωστρέφεια της εποχής, χωρίς να εξωραϊστούν όσα συνέβαιναν πίσω από τη σκηνή, αλλά και χωρίς η παράσταση να μετατραπεί σε μια μονοδιάστατη καταγγελία.
«Ηταν όντως μια δύσκολη υπόθεση», παραδέχεται ο ίδιος. Για εκείνον, η ισορροπία βρίσκεται κυρίως στην απόσταση που προσφέρει ο χρόνος και σε μια ματιά που προσπαθεί να αποδεσμευτεί από την καθαρά συναισθηματική ανάγνωση του παρελθόντος. «Η χρονική απόσταση, καθώς και η, κατά το δυνατόν, αποστασιοποιημένη, απεγκλωβισμένη από την αμιγώς συναισθηματική προσέγγιση, αφήγηση, είναι, νομίζω, ο μόνος ασφαλής δρόμος προς τη διατήρηση αυτής της ισορροπίας». Με αυτόν τον τρόπο, η παράσταση δεν αντιμετωπίζει εκείνη τη νύχτα ούτε ως έναν χαμένο παράδεισο ούτε αποκλειστικά ως έναν σκοτεινό κόσμο. Προσπαθεί να κρατήσει ταυτόχρονα και τις δύο εικόνες. Από τη μία υπάρχει η γοητεία που ασκούσε, από την άλλη είναι το τίμημα που συχνά κρυβόταν πίσω της.

Η μουσική έχει, όπως είναι φυσικό, κεντρικό ρόλο. Ο Σταμάτης Κραουνάκης έγραψε πρωτότυπες συνθέσεις ειδικά για την παράσταση, πλάι σε τραγούδια που σημάδεψαν εκείνα τα χρόνια. Τα σκηνικά υπογράφει η Φρόσω Λύτρα, τα κοστούμια ο Νίκος Χαρλαύτης, τις χορογραφίες ο Δημήτρης Παπάζογλου και τους φωτισμούς ο Στέλιος Τζολόπουλος. Ηθοποιοί, μουσικοί και χορευτές συνυπάρχουν επί σκηνής, ενώ στην παράσταση εμφανίζεται και ο ίδιος ο Θάνος Αλεξανδρής, επιστρέφοντας αυτή τη φορά ως πρόσωπο της σκηνής στον κόσμο που ο ίδιος κατέγραψε πριν από περισσότερες τρεις δεκαετίες. Η πρεμιέρα της Αθήνας επιφυλάσσει δύο μεγάλες εκπλήξεις. Η Κατερίνα Στανίση, μία από τις φωνές που έχουν συνδεθεί όσο λίγες με τη λαϊκή νύχτα, και ο δημοσιογράφος Γιώργος Κουβαράς θα εμφανιστούν ως guest stars.
Η Ελλάδα των επιδοτήσεων
Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που γνωρίζει αυτόν τον κόσμο όχι μέσα από αρχειακό υλικό, φωτογραφίες και αφηγήσεις τρίτων, αλλά επειδή έζησε για χρόνια στον πυρήνα του, αυτός είναι ο Θάνος Αλεξανδρής. Το 1994 έγραψε το «Αυτή η νύχτα μένει», ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο που γεννήθηκε από περίπου δέκα χρόνια ζωής στα νυχτερινά κέντρα της ελληνικής επαρχίας. Η διαδρομή που τον οδήγησε εκεί μόνο αναμενόμενη δεν ήταν. Είχε σπουδάσει Νομική, είχε περάσει από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και είχε ξεκινήσει την πορεία του ως ηθοποιός, σε έναν χώρο όπου οι χαμηλές αμοιβές, η ανεργία και η επαγγελματική αβεβαιότητα ήταν συχνά μέρος της καθημερινότητας.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να αλλάξει ριζικά πορεία. Από το θέατρο και τον κόσμο που είχε γνωρίσει μέχρι τότε, βρέθηκε στα λεγόμενα «σκυλάδικα» της επαρχίας. Όχι ως περαστικός επισκέπτης ή ως παρατηρητής μιας παράξενης υποκουλτούρας, αλλά ως άνθρωπος που έζησε για χρόνια μέσα σε αυτήν. Γνώρισε από κοντά τους καλλιτέχνες και τους επιχειρηματίες, τους θαμώνες και τους εργαζομένους, τις φιλοδοξίες, τις εξαρτήσεις, τις σχέσεις και τους άγραφους κανόνες μιας ζωής που άρχιζε αργά το βράδυ και τελείωνε όταν η υπόλοιπη πόλη ξυπνούσε.

«Όταν είδα με τεράστια γράμματα έξω από το κτίριο του Κρατικού Βορείου Ελλάδος "Αυτή η νύχτα μένει" και δίπλα τον "Βυσσινόκηπο" του Τσέχωφ με τον "Ζορμπά" του Καζαντζάκη, αισθάνθηκα τεράστια συγκίνηση», λέει στο ethnos.gr. «Τελικά σκέφτηκα, η διαδρομή μου απ’ τον Καβάφη στον Καφάση δεν είναι αναγκαστικά μονόδρομος». Εκείνα τα χρόνια, η ίδια του η ζωή έμοιαζε ήδη με υλικό έτοιμο να περάσει στη μυθοπλασία. Κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εργαζόταν στον «Ζυγό», ένα από τα γνωστά νυχτερινά μαγαζιά της πόλης. Όταν βρέθηκε στην αίθουσα της απονομής των βραβείων του Φεστιβάλ, γοητευμένος από τον κινηματογραφικό κόσμο γύρω του, άρχισε να σκέφτεται πως όσα ζούσε τα βράδια θα μπορούσαν κάποτε να γίνουν βιβλίο και, αργότερα, ταινία. Στην πρώτη εκδοχή που είχε πλάσει στο μυαλό του, σκηνοθέτης θα ήταν ο Πέδρο Αλμοδόβαρ και τη μουσική θα υπέγραφε ο Σταμάτης Κραουνάκης. Ο Αλμοδόβαρ δεν βρέθηκε ποτέ στον δρόμο του. Βρέθηκε, όμως, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος μετέφερε το βιβλίο στον κινηματογράφο το 2000 και έδωσε στην ιστορία μια δεύτερη ζωή.
Και αυτή ήταν μόνο η αρχή. Το «Αυτή η νύχτα μένει» συνέχισε να αλλάζει μορφές και να περνά από γενιά σε γενιά. Έγινε κινηματογραφική ταινία, αργότερα τηλεοπτική σειρά, έφτασε στο θέατρο, ενώ η ιστορία του έχει περάσει ακόμη και σε podcast και κόμικς. Σήμερα επιστρέφει ξανά μέσα από τη μεγάλη παραγωγή του ΚΘΒΕ και φτάνει στο Ολύμπια, έχοντας διανύσει μια απόσταση που δύσκολα θα μπορούσε να προβλέψει ο δημιουργός του. «Αν μου έλεγες ότι ύστερα από τόσα χρόνια θα γινόταν τηλεοπτική σειρά και θα έφτανε μέχρι το Βασιλικό Θέατρο, θα γελούσα», λέει ο Αλεξανδρής. «Εγώ είχα ξεκινήσει από τον Κουν, μετά βρέθηκα με τον Μαρίνο, ύστερα στα σκυλάδικα και τώρα τα σκυλάδικα, στις 19 Σεπτεμβρίου, μπαίνουν στο Ολύμπια – Μαρία Κάλλας. Αυτό, θα συμφωνήσετε, δεν το γράφει ούτε σεναριογράφος».
Ίσως, πάντως, η μεγαλύτερη δικαίωση για τον ίδιο να βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι το βιβλίο έπαψε εδώ και χρόνια να του ανήκει αποκλειστικά. «Κάποια στιγμή το βιβλίο έφυγε από τα χέρια μου», λέει. Άλλοι δημιουργοί πήραν την ιστορία, τη μετέφεραν σε διαφορετικές μορφές, την κοίταξαν μέσα από τη δική τους ματιά και ανακάλυψαν σε αυτήν κάτι που εξακολουθούσε να αφορά το κοινό. Γιατί πίσω από την προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου που άφησε τον Κουν και το θέατρο για να βρεθεί στα νυχτερινά κέντρα της επαρχίας υπήρχε εξαρχής κάτι μεγαλύτερο. Ένα κομμάτι της κοινωνικής ιστορίας της χώρας, η εικόνα μιας Ελλάδας που άλλαζε γρήγορα, γνώριζε το εύκολο χρήμα, ανακάλυπτε νέους τρόπους διασκέδασης και δοκίμαζε τα όριά της. Μιας Ελλάδας που, για κάποια χρόνια τουλάχιστον, έμοιαζε να πιστεύει πως το ξενύχτι δεν θα τελείωνε ποτέ.
«Ο άνθρωπος φαίνεται καλύτερα όταν καψουρεύεται»
Ο Θάνος Αλεξανδρής δεν αντιμετωπίζει σήμερα τα «σκυλάδικα» μόνο ως χώρους διασκέδασης ούτε ως μια γραφική υποσημείωση της δεκαετίας του ’80. Τα βλέπει ως ένα ιδιότυπο κοινωνικό εργαστήριο, έναν χώρο όπου συναντιούνταν άνθρωποι που δύσκολα θα διασταυρώνονταν με τον ίδιο τρόπο στην καθημερινή τους ζωή. «Εκεί γνώρισα μια Ελλάδα που δεν θα γνώριζα ποτέ στη Νομική και, σίγουρα, όχι στο Θέατρο Τέχνης», λέει. Μια Ελλάδα στην οποία συνυπήρχαν ο αγρότης και ο φαντάρος, η κονσομετρίς και ο μπράβος, ο επιχειρηματίας, η τραγουδίστρια που περίμενε τη μεγάλη ευκαιρία και ο πελάτης που μπορούσε μέσα σε ένα βράδυ να ξοδέψει χρήματα από δάνεια ή επιδοτήσεις για να εντυπωσιάσει μια γυναίκα στην πίστα.
Μέσα σε αυτά τα μαγαζιά, οι κοινωνικοί ρόλοι έμοιαζαν για λίγες ώρες να χαλαρώνουν. Το αλκοόλ, η μουσική, ο έρωτας, η επίδειξη, η επιθυμία να ξεχωρίσεις και η ανάγκη να σε προσέξουν έφερναν στην επιφάνεια πλευρές των ανθρώπων που την ημέρα έμεναν περισσότερο κρυμμένες. Ο Αλεξανδρής συμπυκνώνει αυτή την εμπειρία σε μία φράση: «Ο άνθρωπος φαίνεται καλύτερα όταν καψουρεύεται παρά όταν συστήνεται». Στην παράρασταση, ο θίασος αλλάζει διαρκώς πρόσωπα και ρόλους, ανασυνθέτοντας διαφορετικούς τύπους της εποχής, ενώ η ζωντανή μουσική λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερος πρωταγωνιστής. Παράλληλα, στο έργο παρεμβάλλονται βίντεο με μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν πραγματικά εκείνη τη νύχτα. Η σκηνική αναπαράσταση συναντά έτσι την προσωπική μαρτυρία και το έργο αποκτά, σε αρκετές στιγμές, τη διάσταση ενός ζωντανού κοινωνικού αρχείου. Δεν επιχειρεί απλώς να δείξει πώς ήταν ένα νυχτερινό κέντρο πριν από σαράντα χρόνια. Προσπαθεί να φωτίσει ποιοι άνθρωποι περνούσαν τις πόρτες του, τι αναζητούσαν εκεί και τι ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν – σε χρήμα ή και σε προσωπικό κόστος – για μερικές ώρες φυγής.
Σήμερα, βέβαια, η απόσταση του χρόνου έχει μετατρέψει τα ’80s σε ιδανικό πεδίο νοσταλγίας. Τα έντονα χρώματα, τα χτενίσματα, τα ρούχα, οι φωτεινές επιγραφές, οι πίστες, τα τραγούδια και η χαρακτηριστική υπερβολή εκείνης της περιόδου επιστρέφουν διαρκώς στη μόδα, στη μουσική και, ακόμη πιο έντονα, στα social media. Μαζί τους επιστρέφει και μια εξωραϊσμένη εικόνα της εποχής. Μια εικόνα γεμάτη λουλούδια, λαϊκά τραγούδια, ξενύχτια και ανεμελιά. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νοσταλγία κρατά μόνο όσα είναι όμορφα στο κάδρο. Γιατί πίσω από τα φώτα των νυχτερινών κέντρων υπήρχε μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Υπήρχαν παρανομία, μπράβοι, βία, κονσομασιόν, άνθρωποι που καταστρέφονταν οικονομικά μέσα σε μία νύχτα και γυναίκες που βρίσκονταν συχνά σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση. Η παράσταση δεν προσπερνά αυτές τις πλευρές, φτάνοντας μέχρι και στην απεικόνιση της σεξουαλικής βίας. «Εγώ αγάπησα εκείνη τη νύχτα και στο μεγαλείο της και στην ξεφτίλα της. Αν κρατήσεις μόνο το μεγαλείο, φτιάχνεις μιούζικαλ. Αν κρατήσεις μόνο την ξεφτίλα, φτιάχνεις αστυνομικό δελτίο. Εγώ έγραψα ανθρώπους».
Όταν το «β΄ κατηγορίας» γίνεται Ιστορία
Για πολλά χρόνια, τα «σκυλάδικα» αντιμετωπίζονταν από ένα μεγάλο μέρος της επίσημης κουλτούρας σχεδόν ως κάτι ανάξιο σοβαρής συζήτησης. Ήταν χώροι που συνδέθηκαν με την υπερβολή, την αισθητική του «κιτς», το εύκολο χρήμα και μια μορφή διασκέδασης που συχνά τοποθετούνταν χαμηλά στην πολιτιστική ιεραρχία. Με την απόσταση του χρόνου, αυτή η ματιά αλλάζει.
Ο Θάνος Αλεξανδρής πιστεύει ότι τα «σκυλάδικα» μπορούν πλέον να διαβαστούν και ως κοινωνικό τεκμήριο μιας ολόκληρης περιόδου. Έχει, μάλιστα, υποστηρίξει εδώ και χρόνια ότι κάποτε θα μελετηθούν με τον ίδιο τρόπο που μελετήθηκε και το ρεμπέτικο, μια μουσική που επίσης κουβαλούσε για δεκαετίες το στίγμα του περιθωρίου πριν αναγνωριστεί ως σημαντικό κομμάτι της νεότερης πολιτιστικής ιστορίας. «Εγώ το έγραψα από τότε, αλλά με αντιμετώπισαν σαν γραφικό», λέει. Σήμερα, όπως σημειώνει, το βιβλίο του έχει ήδη αρχίσει να εμφανίζεται σε πανεπιστημιακές εργασίες, επιβεβαιώνοντας ως έναν βαθμό εκείνη την παλιότερη εκτίμησή του. Η επιλογή, επομένως, ενός δημόσιου θεάτρου όπως το ΚΘΒΕ να επενδύσει σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή γύρω από αυτόν τον κόσμο αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν αφορά μόνο τη μεταφορά ενός δημοφιλούς βιβλίου στη σκηνή. Αφορά και την απόφαση να στραφεί το βλέμμα σε μια πλευρά της λαϊκής κουλτούρας που για χρόνια βρισκόταν εκτός του επίσημου πολιτιστικού κανόνα.
Για τον Αστέριο Πελτέκη, αυτή ακριβώς είναι και μία από τις βασικές αποστολές ενός δημόσιου θεάτρου. «Κάθε ιστορία και κάθε περίοδος που έχει να μας προσφέρει στοιχεία για την κατανόηση της ιστορικής και κοινωνικής μας διαδρομής οφείλει να αποτελεί αντικείμενο της τέχνης», λέει. Ο ίδιος περιγράφει το ΚΘΒΕ ως ένα «λαϊκό θέατρο», που ανήκει στους πολίτες και οφείλει να ανοίγει το πεδίο του όσο περισσότερο γίνεται, αγγίζοντας θέματα που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα την κοινωνία και τις μεταβολές της. Γιατί αυτό που σε μία εποχή μπορεί να θεωρείται ευτελές, περιθωριακό ή «δεύτερης κατηγορίας», αρκετές δεκαετίες αργότερα μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη πηγή για να καταλάβουμε πώς ζούσαν, διασκέδαζαν, ερωτεύονταν και ονειρεύονταν οι άνθρωποι.
Στις αναμνήσεις του, ο κ. Πελτέκης θυμάται ότι τα ’80s ήταν και μια περίοδος κατά την οποία η καθημερινότητα δεν ήταν διαρκώς εκτεθειμένη σε μια κάμερα. «Εμείς μπορούσαμε να μεθύσουμε, να ερωτευτούμε τον λάθος άνθρωπο, να γίνουμε ρεζίλι και την άλλη μέρα να μην υπάρχει βίντεο», λέει. «Ό,τι συνέβαινε τη νύχτα, το κατάπινε η νύχτα, ενώ σήμερα όλα παραμένουν καταγεγραμμένα». Ίσως εκεί να βρίσκεται και ένα μέρος της γοητείας που ασκεί σήμερα εκείνη η περίοδος στους νεότερους. Η ανάγκη για προβολή, βέβαια, δεν γεννήθηκε στην εποχή των social media. Υπήρχε και τότε. Απλώς είχε άλλο σκηνικό. Στην πίστα, η επίδειξη μπορούσε να πάρει τη μορφή δεκάδων πανεριών με λουλούδια, ακριβών ποτών, σαμπάνιας και αλόγιστης σπατάλης. Ο θαμώνας ήθελε να τραβήξει τα βλέμματα πάνω του, η τραγουδίστρια περίμενε το χειροκρότημα που θα μπορούσε να την οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στη μεγάλη καριέρα και ολόκληρη η νυχτερινή διασκέδαση στηριζόταν, σε έναν βαθμό, στην επιθυμία του καθενός να ξεχωρίσει.

Ο πρωταγωνιστής της παράσταστης, Παναγιώτης Πετράκης, θεωρεί ότι η ανάγκη για αναγνώριση και θαυμασμό υπήρχε πάντα. Τα social media, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν τη δημιούργησαν. Της έδωσαν, όμως, τη δυνατότητα να ικανοποιείται διαρκώς και σχεδόν χωρίς όριο. «Δεν χρειάζεται πια να θαυμάζω ξένους σταρ. Μπορώ να γίνω πλέον εγώ ο σταρ του δικού μου μικρόκοσμου», λέει, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά δίκτυα επιτρέπουν στον καθένα να κατασκευάζει μια ιδανική, φιλτραρισμένη εκδοχή της ζωής και του εαυτού του. Η σύγκριση με τη νύχτα των ’80s έρχεται σχεδόν μόνη της. Τότε η εικόνα χτιζόταν πάνω στην πίστα, με λουλούδια, τραπέζια, σαμπάνιες και την επίδειξη οικονομικής άνεσης. Σήμερα χτίζεται μέσα από stories, φωτογραφίες, followers και likes. Τα εργαλεία άλλαξαν. Η βαθύτερη ανάγκη να μας δουν και να μας αναγνωρίσουν μοιάζει πολύ πιο διαχρονική.
Η επιστροφή, πάντως, στα ’80s δεν περνά μόνο μέσα από τη μουσική, τα κοστούμια και τα σκηνικά. Περνά και μέσα από το σώμα. Ο Δημήτρης Παπάζογλου, που υπογράφει τις χορογραφίες της παράστασης και παράλληλα εμφανίζεται στον ρόλο του Μάριου Βεάνου, θέλησε από την αρχή να αποφύγει την εύκολη αναπαραγωγή των εξωτερικών χαρακτηριστικών της εποχής. Δεν τον ενδιέφερε να συγκεντρώσει μερικές χαρακτηριστικές κινήσεις, να προσθέσει τα κατάλληλα ρούχα και να δημιουργήσει μια αναγνωρίσιμη φιγούρα των ’80s. Για εκείνον, η εποχή αποτυπώνεται και σε πολύ μικρότερες λεπτομέρειες, όπως είναι ο τρόπος που ένας άνθρωπος περπατά, στέκεται, κοιτάζει τους γύρω του, καταλαμβάνει χώρο ή παρουσιάζει τον εαυτό του.
«Κάθε ανθρώπινο σώμα έχει τη δική του αρμονία, τον δικό του ρυθμό, τη δική του ποιότητα κίνησης», λέει. Και αυτή ακριβώς την αλήθεια προσπάθησε να αναζητήσει και στην προσέγγιση της νύχτας των ’80s και των ’90s, ώστε η κίνηση να μην καταλήξει σε καρικατούρα. Ιδιαίτερη σημασία έχει για τον ίδιο και ο Μάριος Βεάνος, το πραγματικό πρόσωπο που υποδύεται στην παράσταση. Ένας performer της δεκαετίας του '80 που, όπως τον περιγράφει, κατάφερε μέσα στο περιβάλλον της ελληνικής περιφέρειας να ανατρέψει δεδομένες αντιλήψεις και να επιβάλει με τη φωνή και τη σκηνική του παρουσία τον σεβασμό απέναντι στην καλλιτεχνική του υπόσταση.

Ο Δημήτρης Παπάζογλου δεν θέλησε να τον αντιμετωπίσει ως μια «φιγούρα εποχής». Το ζητούμενο ήταν να βρει πρώτα τον άνθρωπο και μέσα από αυτόν να προκύψει ο χρόνος στον οποίο έζησε. «Να μην φορέσω πάνω στον άνθρωπο μια εποχή, αλλά να αφήσω την εποχή να περάσει από το σώμα του», λέει. Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη προσέγγιση αποφεύγει τη νοσταλγική μίμηση. Τα ρούχα, τα χτενίσματα και οι κινήσεις αλλάζουν από δεκαετία σε δεκαετία. Οι βαθύτερες ανάγκες, όμως, παραμένουν πολύ πιο σταθερές. Να μας αποδεχτούν, να ερωτευτούμε, να μας προσέξουν, να βρούμε τη θέση μας ανάμεσα στους άλλους.
Τα όνειρα και το εύκολο χρήμα
Μέσα σε όλον αυτόν τον κόσμο βρίσκεται και ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας. Ένας νέος άνθρωπος που ξεκινά με όνειρα, φιλοδοξίες και μια αρκετά καθαρή εικόνα για το ποιος θέλει να γίνει, μέχρι τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα της επιβίωσης. «Στη ζωή ξεκινάμε με όνειρα χίλια», λέει ο Παναγιώτης Πετράκης, παραπέμποντας σε έναν γνωστό στίχο, για να περιγράψει εκείνη την περίοδο της νεότητας κατά την οποία οι περισσότεροι πιστεύουμε ότι μπορούμε να παραμείνουμε απόλυτα πιστοί στις αρχές μας. Ότι θα κάνουμε διαφορετικές επιλογές, ότι δεν θα υποχωρήσουμε, ότι η πραγματικότητα δεν θα μας αναγκάσει να αλλάξουμε πορεία. Η ζωή, βέβαια, σπάνια εξελίσσεται όπως ακριβώς επιθυμούμε. Η επαγγελματική αβεβαιότητα, η οικονομική πίεση και η ανάγκη να σταθεί κανείς στα πόδια του μπορούν να μετακινήσουν τα όρια που κάποτε θεωρούσε αδιαπραγμάτευτα. «Τρώμε τις σφαλιάρες μας και αλλάζουμε προτεραιότητες», λέει. Και κάπου εκεί εμφανίζεται και ο πειρασμός του εύκολου χρήματος.
Ο ήρωας του «Αυτή η νύχτα μένει» μπαίνει αρχικά στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων αναζητώντας μια διαφορετική επαγγελματική διέξοδο. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτό που ξεκινά ως λύση ανάγκης μετατρέπεται σε κάτι περισσότερο. Η νύχτα δεν του προσφέρει μόνο χρήματα. Του ανοίγει την πόρτα σε έναν κόσμο που τον μαγεύει, τον συναρπάζει και του επιτρέπει να ζήσει με έναν τρόπο που μέχρι τότε δεν είχε καν φανταστεί. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη εσωτερική σύγκρουση του χαρακτήρα. Όχι απλώς στο αν θα επιλέξει το χρήμα αντί για τα ιδανικά του, αλλά στο πόσο εύκολα μπορεί ένας άνθρωπος να συνηθίσει μια νέα ζωή και, σταδιακά, να απομακρυνθεί από εκείνον που πίστευε ότι θα γίνει.

Για τον Παναγιώτη Πετράκη, τα όρια των συμβιβασμών είναι διαφορετικά για τον καθένα. Εξαρτώνται από τις αξίες, τις προτεραιότητες και τις προσωπικές αντοχές του. Ο ίδιος επικαλείται το ποιήμα «Όσο μπορείς» του Καβάφη και συγκεκριμένα τον στίχο «μην την εξευτελίζεις», μιλώντας για εκείνο το σημείο πέρα από το οποίο η ανάγκη της επιβίωσης αρχίζει να συγκρούεται με την αυτοεκτίμηση. Και ίσως ακριβώς εκεί η ιστορία ξεφεύγει οριστικά από το πλαίσιο της δεκαετίας του ’80. Γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε ένας νέος άνθρωπος όταν βρέθηκε μπροστά στο εύκολο χρήμα των νυχτερινών κέντρων. Είναι πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο καθένας από όσα κάποτε είχε φανταστεί για τον εαυτό του, όταν οι συνθήκες της ζωής αρχίζουν να πιέζουν.
Τι μένει από εκείνη τη νύχτα
Το «Αυτή η νύχτα μένει» φτάνει στην Αθήνα σε μια περίοδο κατά την οποία η δεκαετία του ’80 έχει επιστρέψει σχεδόν παντού. Στη μουσική και στη μόδα, στις τηλεοπτικές σειρές και στον κινηματογράφο, στα βίντεο του TikTok και του Instagram, στα ρούχα, στα χρώματα και στις αναφορές μιας γενιάς που σε μεγάλο βαθμό δεν έζησε εκείνα τα χρόνια. Η παράσταση, όμως, δεν περιορίζεται σε μια ακόμη αναβίωση της αισθητικής τους.
Πίσω από τα κοστούμια, τα τραγούδια, τα λουλούδια και τις φωτεινές επιγραφές επιχειρεί να κοιτάξει ξανά την κοινωνία που γέννησε αυτή τη νύχτα. Τους ανθρώπους που ανέβαιναν στην πίστα και εκείνους που δούλευαν γύρω της. Τις τραγουδίστριες που περίμεναν να γίνουν φίρμες και όσες δεν έγιναν ποτέ. Τους πελάτες που σκόρπιζαν μέσα σε λίγες ώρες μεγάλα ποσά και εκείνους που προσπαθούσαν απλώς να εξασφαλίσουν το επόμενο μεροκάματο. Κοιτάζει, τελικά, μια χώρα που άλλαζε με μεγάλη ταχύτητα. Μια Ελλάδα που έβγαινε από τη λιτότητα, γνώριζε περισσότερο χρήμα και κατανάλωση, ανακάλυπτε νέες μορφές διασκέδασης και, για ένα διάστημα, πίστεψε ότι η ευημερία θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα.
Το πάρτι, φυσικά, κάποια στιγμή τελείωσε. Πρόλαβε όμως να αφήσει πίσω του τραγούδια, ιστορίες, πρόσωπα, υπερβολές, πληγές και έναν ολόκληρο μύθο γύρω από μια εποχή που σήμερα συχνά θυμόμαστε μέσα από τα πιο φωτεινά της στιγμιότυπα. Ίσως γι’ αυτό η παράσταση αποκτά ενδιαφέρον και για όσους δεν έχουν καμία προσωπική ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια. Για τους μεγαλύτερους, αυτή η νύχτα μπορεί να λειτουργεί σαν επιστροφή σε κάτι οικείο. Για τους νεότερους, είναι σχεδόν ένας άγνωστος κόσμος που έχει ήδη αποκτήσει τη γοητεία του μύθου.
Και κάπου ανάμεσα στη μνήμη των πρώτων και στην περιέργεια των δεύτερων βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα του έργου. Τι αξίζει τελικά να κρατήσουμε από εκείνη την εποχή; Ίσως όχι μόνο τα τραγούδια και τα λουλούδια. Ούτε μόνο τις σκοτεινές της πλευρές. Περισσότερο τους ανθρώπους που έζησαν μέσα στις αντιφάσεις της, πίστεψαν στα όνειρά της, παρασύρθηκαν από τις υποσχέσεις της και, ο καθένας με τον τρόπο του, πλήρωσαν το τίμημά τους. Για όσους ήταν εκεί, αυτή η νύχτα έχει γίνει ανάμνηση. Για όσους ήρθαν αργότερα, έχει ήδη γίνει μύθος. Και ίσως γι’ αυτό, τόσες δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να μένει.
Ταυτότητα Παράστασης
Διανομή: Nίνα Ακτύπη, Θάνος Αλεξανδρής, Αντώνης Αντωνάκος, Εύα Βάρσου, Νίκος Γεωργάκης, Θανάσης Δισλής, Ζωή Ευθυμίου, Χριστίνα Ζαχάρωφ, Στέλιος Καλαϊτζής, Σοφία Καλεμκερίδου, Γιάννης Καραμφίλης, Θάνος Κοντογιώργης, Χριστίνα Κωνσταντινίδου, Χρήστος Μαστρογιαννίδης, Ιωάννης Μόχλας, Κατερίνα Μπουλούμη, Δημήτρης Παπάζογλου, Παναγιώτης Πετράκης, Βασιλική Ρέινα, Κώστας Σαντάς, Εύη Σαρμή, Πηνελόπη Σεργουνιώτη
Χορευτές επί σκηνής: Αναστασία Κελέση (Καμαριέρα, Λουλουδού, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορεύτρια Οριεντάλ, Παρουσιάστρια, Πελάτισσα σε νυχτερινά κέντρα), Γιάννης Μάρτος (Σερβιτόρος, Θαμώνας Καφενείου, Μπαλέτο σε νυχτερινό κέντρο, Χορευτής Ταγκό, Πελάτης σε νυχτερινά κέντρα)
Μουσικοί επί σκηνής: Τραϊανός Αλμπανούδης (μπάσο), Παναγιώτης Μπάρλας (πιάνο), Παύλος Παφρανίδης (μπουζούκι), Ζωγράφος Σταυρίδης (ακορντεόν)
Συμμετέχουν επίσης: ΄Ελλη Ανδριτσοπούλου, Αρετή Αμανατίδου, Κωνσταντίνος Ζιώγος
Ημέρες και ώρες παραστάσεων:
- Σάββατο 19/09: 21:00
- Κυριακή 20/09: 19:00
- Τρίτη 22/09: 20:00
- Τετάρτη 23/09: 19:00
- Πέμπτη 24/09: 20:00
- Παρασκευή 25/09: 20:00
- Σάββατο 26/09: 20:00
- Κυριακή 27/09: 19:00


