article background image

Ένα οικογενειακό τραπέζι, δύο αδέλφια που έχουν χάσει χρόνια από τη ζωή ο ένας του άλλου και μια επιστροφή που φέρνει στην επιφάνεια όσα όλοι θα προτιμούσαν να μείνουν κρυμμένα. Στην «Επιστροφή του Χουντίνι» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, που ανεβαίνει από τις 2 Νοεμβρίου στο Θέατρο Διάνα σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν, ένα φαινομενικά συνηθισμένο οικογενειακό δείπνο γίνεται σταδιακά το σημείο όπου παλιές πληγές ανοίγουν ξανά και οι ισορροπίες αλλάζουν.

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκονται ο Παύλος και ο Νίκος. Ο πρώτος επιστρέφει στην Αθήνα και στο πατρικό του ύστερα από χρόνια απουσίας. Ο δεύτερος, ο εικοσάχρονος ετεροθαλής αδελφός του, περιμένει αυτή τη συνάντηση περισσότερο από όλους, ελπίζοντας πως μπορούν να καλύψουν τον χρόνο που έχασαν. Σύντομα, όμως, γίνεται φανερό πως η επιστροφή του Παύλου αφορά ολόκληρη την οικογένεια και πως γύρω από εκείνο το τραπέζι κανείς δεν βρίσκεται τυχαία.

Τους δύο αδελφούς υποδύονται ο Δημήτρης Πασσάς και ο Μάνος Τσαγκαράκης, δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί που συναντιούνται επί σκηνής σε μια ιστορία για την οικογένεια, τις προσδοκίες, τις δεύτερες ευκαιρίες και όλα εκείνα που μένουν για χρόνια άλυτα. Άλλωστε, όπως λέει ο ίδιος ο Πασσάς, στα οικογενειακά τραπέζια «όσα μένουν ανείπωτα μπορούν να ακουστούν εξίσου δυνατά με όσα λέγονται».

Με αφορμή την παράσταση, οι Δημήτρης Πασσάς και Μάνος Τσαγκαράκης μιλούν στο ethnos.gr για τους δύο αδελφούς που καλούνται να γνωριστούν ξανά, τις σχέσεις μέσα στην οικογένεια και το κατά πόσο οι άνθρωποι μπορούν πραγματικά να αλλάξουν. Θυμούνται ακόμη τα χρόνια τους στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μιλούν για το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα, τις αμφιβολίες που συνοδεύουν το επάγγελμα του ηθοποιού, την τηλεόραση και τη σημερινή έννοια της αναγνωρισιμότητας.

Ο τίτλος της παράστασης «Η Επιστροφή του Χουντίνι» φέρνει αμέσως στο μυαλό έναν άνθρωπο που μπορούσε να ξεφεύγει από κάθε παγίδα. Ποια είναι η «παγίδα» από την οποία προσπαθεί να ξεφύγει ο δικός σας ήρωας;

Δημήτρη Πασσάς: Ο Παύλος, ο μεγάλος και «άσωτος» υιός παλεύει να ξεφύγει από το χάος της αχαλίνωτης ελευθερίας των νεανικών του χρόνων που έτσι κι αλλιώς βρίσκονται στο τέλος τους. Μετά το θλιβερό χαμό της μητέρας του, αδυνατώντας να προσαρμοστεί στη νέα πατρική οικογένεια, φεύγει στο εξωτερικό για «σπουδές» και καταλήγει αιώνιος φοιτητής των εμπειριών... Στο τέλος όμως γυρίζει στο πατρικό με την ουρά στα σκέλια. Θα έλεγα ότι προσπαθεί να βρει τη σωστή παγίδα για να πιαστεί κι όχι να ξεφύγει από κάποια. Σαν να 'χε ξεμείνει όρθιος να χορεύει στη σιωπή όσο οι άλλοι πήραν όλες τις θέσεις παίζοντας μουσικές καρέκλες.

Μάνος Τσαγκαράκης: Η βασική παγίδα για τον Νίκο θεωρώ πως είναι η στασιμότητα και η αδράνεια απέναντι στη ζωή. Σκέφτεται πολλά, αλλά τα αναβάλλει, καθώς έχει μεγαλώσει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου η φροντίδα συχνά συνυπάρχει με τον έλεγχο. Αντιδρά επιφανειακά, αλλά όχι στην ρίζα των οικογενειακών μοτίβων που τον κρατούν παγιδευμένο. Η επανασύνδεση με τον αδερφό του είναι ένα πρώτο βήμα προς την απελευθέρωση. Όμως η απόλυτη εναπόθεση του υπαρξιακού βάρους σε έναν άλλον άνθρωπο οδηγεί συνύθως στην εξιδανίκευση, δηλαδή σε άλλη μία παγίδα.

Ο Παύλος και ο Νίκος είναι αδέλφια που έχουν χάσει πολλά χρόνια από τη ζωή ο ένας του άλλου. Πώς χτίσατε μεταξύ σας αυτή τη σχέση και τι θέλει πραγματικά ο ένας από τον άλλον όταν συναντιούνται ξανά;

Μ. Τ.: Με έναν τρόπο, ο Παύλος και ο Νίκος ήταν τόσο άγνωστοι όσο κι εμείς οι ίδιοι που τους ενσαρκώνουμε. Όσο γνωριζόμαστε εμείς μέσα από τις πρόβες, άλλο τόσο γνωρίζονται κι εκείνοι μέσα από τα ξενύχτια και τις συζητήσεις τους. Ο καθένας τους ετεροπροσδιορίζεται όπως έχει ανάγκη, προσπαθώντας να διαχειριστεί ματαιώσεις και δύσκολες καταστάσεις που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο.

Δ. Π.: Για τον Παύλο φαίνεται από το έργο πως ο Νίκος αποτελεί ένα τρόπαιο, έναν άνθρωπο που θα έχει τη θέση του μαθητή, του ακόλουθου, που θα του δώσει κάτι από τη χαμένη του αίγλη, θα τον αποδεχθεί, θα του δώσει ξανά την αίσθηση του ανήκειν, της οικογένειας.

Το έργο ξεκινά γύρω από ένα οικογενειακό τραπέζι. Εσείς μεγαλώσατε σε οικογένειες όπου υπήρχαν συχνά τέτοια τραπέζια; Τι θυμάστε περισσότερο από εκείνες τις στιγμές;

Δ. Π.: Το οικογενειακό τραπέζι αποδεικνύεται ένα πολύ εύφορο πεδίο και μια ιδιαίτερα εύστοχη επιλογή του Γεράσιμου για να αποκαλυφθούν οι προθέσεις και τα συναισθήματα των ηρώων. Άλλωστε, ειδικά στην Ελλάδα, ξέρουμε καλά πως σε τέτοιες στιγμές όσα μένουν ανείπωτα μπορούν να ακουστούν εξίσου δυνατά με όσα λέγονται.

Μ. Τ.: Δεν υπάρχει τίποτα σαν την ασφάλεια που κουβαλούν οι μυρωδιές και η ιεροτελεστία της προετοιμασίας, οι ωραίες ιστορίες και οι κοινές αναμνήσεις. Παραμένει όμως ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς τις συζητήσεις ή τις διαμάχες που κρύβονται σε μια παύση, ή τον θυμό που μπορεί να κρύβει μια ανάσα πριν από ένα γέλιο. Τα οικογενειακά τραπέζια είναι οικοσυστήματα και η πανίδα ποικίλλει. Μόνο η χλωρίδα παραμένει σταθερά η χωριάτικη ή τα αγριόχορτα τις καλές μέρες.

Χρήστος Σαπουντζής, Δημήτρης Πασσάς, Μαριλού Κατσαφάδου και Μάνος Τσαγκαράκης (Copyright: Houdini Photo)

Στην παράσταση ένα οικογενειακό δείπνο μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο σύγκρουσης. Γιατί πιστεύετε ότι μέσα στην οικογένεια λέμε πολλές φορές τα πιο σκληρά πράγματα στους ανθρώπους που αγαπάμε περισσότερο;

Δ. Π.: Σε έναν βαθμό, αυτό είναι φυσιολογικό. Η οικογένεια είναι συχνά το πρώτο πεδίο όπου μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες που αργότερα θα συναντήσουμε στη ζωή. Προσωπικά, μπορώ να καταλάβω, ακόμη και να συμμεριστώ, τη στάση του Μίλτου, του πατέρα του έργου, και τον λιγότερο αισιόδοξο τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα. Στη συγκεκριμένη οικογένεια, ωστόσο, όλα φτάνουν στα άκρα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της δύναμης του έργου.

Μ. Τ.: Πολλά τα πιθανά «γιατί» και διαφορετικά για κάθε άνθρωπο. Ίσως γιατί εξωτερικεύουμε τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε εσωτερικά στους εαυτούς μας. Ίσως γιατί είναι πιο εύκολο να κρίνεις από το να αποδεχτείς, ή γιατί δεν μάθαμε ποτέ να βάζουμε και να σεβόμαστε όρια. Και ίσως, σε στιγμές μεγάλης ευαλωτότητας, όλοι μας να επιστρέφουμε λίγο στο παιδί που κουβαλάμε μέσα μας.

Υπάρχει μέσα στο έργο έντονα η ανάγκη για μια δεύτερη ευκαιρία. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν πραγματικά ή απλώς επιστρέφουν κάποια στιγμή σε όσα είχαν αφήσει άλυτα;

Μ. Τ.: Σκέφτομαι συχνά την χρήσιμη αναλογία του να βλέπουμε τον εαυτό μας σαν ένα δέντρο. Ένα κομμάτι που μπορεί να έχει φθαρεί σε μια πυρκαγιά θα είναι πάντα κομμάτι μας. Όμως, όσο μεγαλώνει ο κορμός μας, όσο βαθαίνουν οι ρίζες μας και όσο προσφέρουμε τους καρπούς που μπορούμε, τόσο αυτό το κομμάτι γίνεται μικρότερο του συνόλου μας. Παλινδρομήσεις πάντα θα υπάρχουν· παραμένουμε άνθρωποι και δεν υπάρχει απολύτως καμία γραμμικότητα στην ανθρώπινη εμπειρία.

Δ. Π.: Και τα δύο, νομίζω. Όπως είπε και ο Μάνος, τίποτα δεν είναι γραμμικό. Είμαστε, άλλωστε, ένα ιδιαίτερα περίπλοκο θηλαστικό.

Και οι δύο είστε απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τι κρατάτε περισσότερο από εκείνα τα χρόνια και πόσο σας διαμόρφωσαν ως ηθοποιούς;

Δ. Π.: Αποφοίτησα από τη σχολή πριν από 19 χρόνια. Ήταν ένας τελείως διαφορετικός κόσμος. Θυμάμαι εκείνη την περίοδο με πολλή χαρά, όπως συμβαίνει συνήθως με τα φοιτητικά χρόνια. Υπήρχε μια ελαφρότητα και μια άγνοια κινδύνου που δύσκολα ξαναβρίσκεις αργότερα.

Μ. Τ.: Ήταν τα πιο πυκνά χρόνια που έχω ζήσει μέχρι τώρα. Η υποκριτική είναι μελέτη πραγματικότητας και περισσότερο κρατάω τις στιγμές που δεν είχα απολύτως καμία επαφή με αυτή. Καταλαβαίνω πως είναι ένα ταξίδι που κρατάει μια ζωή και είμαι ευγνώμων στους καθηγητές και τους συμφοιτητές μου για όσα μου έδωσαν και για τους αγώνες που δώσαμε μαζί. Κρατάω κυρίως πως όσο ωριμάζουμε συνολικά σαν άνθρωποι, τόσο μεστώνουμε και σαν ηθοποιοί.

Όταν βγαίνει κανείς από μια τόσο απαιτητική σχολή, συνήθως έχει μια συγκεκριμένη εικόνα για το πώς θα είναι η πορεία του. Πόσο διαφορετική ήταν τελικά η πραγματικότητα από όσα είχατε φανταστεί τότε;

Μ. Τ.: Έχω τελειώσει και το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, οπότε δεν σκέφτηκα ποτέ πως υπάρχει πραγματικά ασφαλής περπατημένη, ακόμη κι αν ήθελα να κάνω κάτι σχετικό. Θεωρώ πως ο τρόπος για να τιμήσει κανείς τα όνειρά του είναι ο στυγνός πραγματισμός. Μπροστά στη δυναμική μιας συγκυρίας δεν έχει τόση σημασία τι φαντάζεται κανείς, αλλά τι μπορεί να κάνει με αυτά που προκύπτουν.

Δ. Π.: Όποιον δρόμο κι αν είχα ακολουθήσει, νομίζω πως το χάσμα ανάμεσα στις προσδοκίες και την πραγματικότητα θα εμφανιζόταν ξανά μπροστά μου. Οι σπουδές, η επαγγελματική πορεία και οι προσωπικές επιλογές του καθενός παίζουν τον ρόλο τους, όμως συχνά καθορίζονται από πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις, όπως η γεωπολιτική, η οικονομία και οι κοινωνικές αλλαγές.

Δημήτρης Πασσάς και Μάνος Τσαγκαράκης (Copyright: Houdini Photo)

Υπήρξε κάποια στιγμή στα πρώτα σας βήματα που αμφιβάλατε αν θέλετε ή αν μπορείτε να συνεχίσετε σε αυτό το επάγγελμα;

Δ. Π.: Κάθε ένα με δύο χρόνια περνούν από το μυαλό μου τέτοιες σκέψεις και τις θεωρώ απολύτως υγιείς. Δεν με αναστατώνουν. Άλλωστε, μου αρέσει να βρίσκομαι περισσότερο στα μετόπισθεν και να γράφω. Πριν από λίγο καιρό ανέβηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα θεατρικό έργο μου, ο «13ος Άθλος». Εκείνο που άρχισε να με απασχολεί περισσότερο μετά τα σαράντα είναι κάτι διαφορετικό, η σκέψη ότι όσο περνούν τα χρόνια μπορεί να περιορίζεται σταδιακά η δυνατότητα και η επιλογή να κάνω κάτι τελείως άλλο.

Μ. Τ.: Νομίζω θα ήταν υποκριτικό να μην παραδεχθεί κανείς την αμηχανία που φέρνει αυτό το επάγγελμα. Από τη φύση του γεννά αβεβαιότητα, αλλά αισθάνομαι ακόμη στην αρχή της διαδρομής μου και θέλω περισσότερο να δοκιμάζομαι παρά να βγάζω συμπεράσματα για το πού θα με οδηγήσει.

Μάνο, στις «Κουτσουπιές», στη νέα σειρά της ΕΡΤ1, συναντάμε μια ολόκληρη κοινότητα με πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες. Ποιος είναι ο δικός σας ήρωας και ποια θέση έχει μέσα σε αυτό το χωριό;

Ο Χρήστος Σούτσος είναι ένα χαρισματικό παιδί με ιδιαίτερη έφεση στο σκάκι και τις θετικές επιστήμες, που έχει μεγαλώσει μόνο με τη μητέρα του. Δεν ξέρει ποιος είναι ο πατέρας του, από επιλογή της μητέρας του, και στην Αθήνα βίωνε bullying από συμμαθητές του γι’ αυτόν τον λόγο. Στις Κουτσουπιές πηγαίνει παρά τη θέλησή του και σιγά σιγά εγκλιματίζεται στο τοπίο. Αρχικά ως εξωτερικό, επικριτικό μάτι, σταδιακά όμως ανακαλύπτει την αξία μιας ζωής σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο από αυτό που έχει συνηθίσει.

Η σειρά φέρνει κοντά ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει με πολύ διαφορετικές συνθήκες και ευκαιρίες. Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι της πόλης και της επαρχίας εξακολουθούν να έχουν διαφορετική νοοτροπία ή αυτές οι αποστάσεις έχουν αρχίσει να μικραίνουν;

Ίσως οι άνθρωποι στις μεγάλες πόλεις να προστατεύουν περισσότερο τα προσωπικά τους όρια, αλλά κάποιες φορές να χάνουν κάτι από το αίσθημα του ανήκειν. Θέλω να ελπίζω πως αντιλήψεις γύρω από τον αυτοπροσδιορισμό και τον τρόπο ζωής αλλάζουν και στο χωριό, χωρίς όμως να χάνεται το αίσθημα κοινότητας. Πολλές φορές είναι ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που χρειάζεται ένας άνθρωπος.

Δημήτρη, στο «Κρίνο & Αγκάθι» υποδύεστε τον Λουκά Γεροδήμο, ο οποίος εκπροσωπεί τον νόμο σε μια μικρή κοινωνία του 1959. Αν φέρναμε αυτόν τον ρόλο στο σήμερα, πώς βλέπετε εσείς τη σχέση της αστυνομίας με τον πολίτη; Υπάρχει εμπιστοσύνη ή θεωρείτε ότι αυτή η σχέση έχει γίνει πιο δύσκολη;

Τα σώματα ασφαλείας σε πολλές χώρες έχουν εργαλειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό από κυβερνήσεις που, κατά τη γνώμη μου, επηρεάζονται όλο και περισσότερο από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Αυτό έχει κλονίσει τη σχέση εμπιστοσύνης τους με την κοινωνία. Ο χαρακτήρας του Γεροδήμου στο «Κρίνο και Αγκάθι», ωστόσο, ανήκει σε μια εντελώς διαφορετική εποχή, με άλλα, πολύ συγκεκριμένα και φανερά τραύματα και συγκρούσεις. Οι δύο κόσμοι έχουν ελάχιστη σχέση μεταξύ τους. Νομίζω πως το σενάριο καταφέρνει να χτίσει πολύ εύστοχα το πλαίσιο εκείνης της εποχής, έχοντας παράλληλα επίγνωση της σύγχρονης ιστορίας του τόπου και όσων άφησε πίσω της, όπως ο Εμφύλιος.

Τα τελευταία χρόνια οι σειρές εποχής έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση. Γιατί πιστεύετε ότι το κοινό δείχνει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον για ιστορίες που μας γυρίζουν στο παρελθόν;

Όπως και στα μαθηματικά, η συντομότερη λύση ενός προβλήματος πραγματικών αριθμών περνά πολύ συχνά από το πεδίο των φανταστικών αριθμών.

Δημήτρης Πασσάς και Μάνος Τσαγκαράκης (Copyright: Houdini Photo)

Και οι δύο κινείστε αυτή την περίοδο ανάμεσα στο θέατρο και την τηλεόραση. Υπάρχει καθόλου ελεύθερος χρόνος, κι αν ναι, πώς τον εκμεταλλεύεστε;

Δ. Π.: Ο χρόνος που περνάμε οι ηθοποιοί στη δουλειά μας, παρότι είναι τυπικά δεσμευμένος, έχει συχνά μια αίσθηση ελευθερίας. Κάθε πρότζεκτ είναι διαφορετικό, φέρνει νέα ερεθίσματα και σε προετοιμάζει, με έναν τρόπο, για το επόμενο. Οπότε θα έλεγα πως κατά περιόδους υπάρχει περισσότερη κούραση, όχι απαραίτητα λιγότερος ελεύθερος χρόνος. Τον υπόλοιπο χρόνο μου τον αφιερώνω κυρίως στην οικογένειά μου και στο τρέξιμο.

Μ. Τ.: Τον ελεύθερο χρόνο που έχω προσπαθώ να τον αφιερώνω κυρίως στους φίλους και την οικογένειά μου, στην ψυχαγωγία, τη γυμναστική και φυσικά στη συγγραφή.

Η τηλεόραση φέρνει έναν ηθοποιό πολύ πιο γρήγορα κοντά σε ένα μεγάλο κοινό. Έχει αλλάξει καθόλου ο τρόπος με τον οποίο σας αναγνωρίζει ή σας προσεγγίζει ο κόσμος;

Μ. Τ.: Δεν έχει αλλάξει κάτι που να παρατηρώ ενεργά στην καθημερινότητά μου. Δεν είναι, άλλωστε, κάτι που ως κριτήριο θα ήθελα να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να με προσεγγίσει ή να προσεγγίσω έναν άγνωστο άνθρωπο.

Δ. Π.: Η πολύ μεγάλη παραγωγή θεάματος, μαζί με την κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων, έχει μοιράσει πλέον την προσοχή του κοινού σε πολύ περισσότερα πρόσωπα και μέσα. Κανείς μας σήμερα δύσκολα θα ζήσει την αναγνωρισιμότητα που είχαν, για παράδειγμα, οι ηθοποιοί στους «Απαράδεκτους» ή στους «Ψίθυρους Καρδιάς». Η αναγνωρισιμότητα σε μικρότερη κλίμακα, λοιπόν, είναι σχετικά ευχάριστη. Θα προτιμούσα, πάντως, οι άνθρωποι που γνωρίζουν και θαυμάζουν τα παιδιά μας να είναι περισσότερο αστροναύτες, μαθηματικοί και ερευνητές και λιγότερο ηθοποιοί ή influencers.

INFO «Η Επιστροφή του Χουντίνι» του Γεράσιμου Ευαγγελάτου σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουλεϊμάν. Θέατρο Διάνα από 2 Νοεμβρίου. Παραστάσεις Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00.