article background image

Στο τέλος του πρώτου επεισοδίου του «Glee», μια μικρή ομάδα μαθητών τραγουδά το «Don’t Stop Believin’» των Journey. Ο καθηγητής τους, ο Γουίλ Σούστερ, που ετοιμάζεται να εγκαταλείψει το σχολείο, τους ακούει και αποφασίζει να μείνει. Είναι από εκείνες τις σκηνές που εξηγούν μια σειρά καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή της. Έξω από την αίθουσα υπάρχουν οι δημοφιλείς παρέες, οι προσβολές και η αγωνία της αποδοχής. Πάνω στη σκηνή, αυτά τα παιδιά έχουν βρει κάτι που θέλουν να κάνουν μαζί.

Το «Glee» μπορούσε να σε κερδίσει κάπως έτσι. Μέχρι να τελειώσει ένα επεισόδιο, ήταν πιθανό να έχεις γελάσει με μια ατάκα της Σου Σιλβέστερ, να έχεις εκνευριστεί με τη Ρέιτσελ, να έχεις διαφωνήσει με μια απίθανη σεναριακή απόφαση και, τελικά, να έχεις συγκινηθεί με ένα τραγούδι που γνώριζες ήδη. Η σειρά είχε μια σχεδόν προκλητική πίστη στη δύναμη της μουσικής. Πίστευε ότι τρία λεπτά μπροστά σε ένα μικρόφωνο μπορούσαν να δώσουν σε κάποιον το θάρρος που του έλειπε στην υπόλοιπη ζωή του.

Η είδηση της επιστροφής της ξαναφέρνει στην επιφάνεια αυτή την αίσθηση. Το απόγευμα της Τετάρτης (21/10) ανακοινώθηκε ότι νέο «Glee» έρχεται στο Disney+ και στο Hulu, με την 20th Television πίσω από την παραγωγή. Ο Ράιαν Μέρφι έχει ήδη γράψει νέο σενάριο μαζί με τον Μπραντ Φάλτσακ και τον Ίαν Μπρέναν και έχει μιλήσει με περίπου δέκα μέλη του αρχικού καστ, ανάμεσα σε αυτούς και η Λία Μισέλ. Μέχρι να μάθουμε περισσότερα, η αφορμή είναι καλή για να επιστρέψουμε στην αρχική σειρά. Να θυμηθούμε πού βρισκόταν η γοητεία της, πόσο χώρο έδωσε σε πρόσωπα που σπάνια βρίσκονταν στο κέντρο μιας εφηβικής ιστορίας και πώς, στην πορεία, δυσκολεύτηκε να διαχειριστεί την ίδια της την επιτυχία.

Το σχολείο είχε ήδη αποφασίσει ποιοι θα κερδίσουν

Όταν έκανε πρεμιέρα στο Fox, στις 19 Μαΐου 2009, το «Glee» μάς σύστησε το λύκειο Γουίλιαμ ΜακΚίνλεϊ στη Λίμα του Οχάιο. Εκεί, ο καθηγητής Ισπανικών Γουίλ Σούστερ, τον οποίο υποδυόταν ο Μάθιου Μόρισον, αναλάμβανε να ξαναστήσει τη σχολική χορωδία. Οι New Directions συγκέντρωναν παιδιά με διαφορετικές φιλοδοξίες και ανασφάλειες, που έπρεπε πρώτα να μάθουν να συνυπάρχουν. Η σχολική ιεραρχία ήταν αναγνωρίσιμη ακόμη και για κάποιον που δεν είχε καμία επαφή με τα αμερικανικά λύκεια. Οι αθλητές και οι μαζορέτες είχαν κύρος. Τα υπόλοιπα παιδιά έπρεπε να βρουν τρόπο να περάσουν τη μέρα τους χωρίς να γίνουν στόχος. Η χορωδία έμοιαζε με επιπλέον λόγο για να τους κοροϊδεύουν. Τα ποτήρια με τις παγωμένες γρανίτες που κατέληγαν στα πρόσωπά τους έδιναν σε αυτή τη σκληρότητα μια σχεδόν γελοιογραφική εικόνα. Πίσω από το αστείο, όμως, υπήρχε η γνώριμη ταπείνωση του να αποφασίζουν οι άλλοι ποιος είσαι.

Στις καλύτερες στιγμές του, το «Glee» έβρισκε χιούμορ και στους ίδιους τους ήρωές του. Το ταλέντο συνυπήρχε με τον εγωισμό, η ανασφάλεια με την αλαζονεία και η ανάγκη για αποδοχή με την προθυμία να αποκλείσεις κάποιον άλλο. Ένας μαθητής μπορούσε να έχει υποστεί εκφοβισμό και λίγο αργότερα να φερθεί απαίσια σε έναν συμμαθητή του. Αυτή η ασυνέπεια είχε συχνά περισσότερη αλήθεια από τα μεγάλα λόγια που έλεγε η σειρά για την αποδοχή. Η χορωδία τούς έδινε έναν κοινό στόχο. Έπρεπε να κάνουν πρόβα, να ανεχτούν ο ένας τον άλλον και να αποφασίσουν ποιος θα σταθεί μπροστά. Κάπου εκεί βρισκόταν και μια από τις ωραιότερες ιδέες του «Glee». Το να ανήκεις σε μια ομάδα απαιτεί καθημερινή προσπάθεια, ειδικά όταν έχεις μάθει να προστατεύεις τον εαυτό σου από τους πάντες.

Οι αδικίες του σεναρίου

Η Ρέιτσελ Μπέρι της Λία Μισέλ ήταν φτιαγμένη για να ξεχωρίζει και για να δοκιμάζει την υπομονή των γύρω της. Είχε φωνή, πειθαρχία και απόλυτη βεβαιότητα ότι κάποτε θα βρισκόταν στο Μπρόντγουεϊ. Αν κάποιος άλλος έπαιρνε το σόλο, το αντιμετώπιζε περίπου σαν διοικητικό λάθος που έπρεπε να διορθωθεί αμέσως. Η Μισέλ έδινε σε αυτή την υπερβολή, κωμικό ρυθμό, αλλά και μια ανασφάλεια που φαινόταν πίσω από την επίμονη απαίτηση της Ρέιτσελ να την προσέξουν. Η ηρωίδα μπορούσε να γίνει ανυπόφορη, επειδή κάθε απόρριψη την έβρισκε απροετοίμαστη, όσο κι αν προσποιούνταν το αντίθετο. Είχε οργανώσει όλη τη ζωή της γύρω από την επιτυχία. Αν αφαιρούσες από αυτή τη ζωή το χειροκρότημα, έμενε ένα κορίτσι που δυσκολευόταν να πιστέψει ότι θα το αγαπούσαν και χωρίς αυτό. Εκεί η ερμηνεία της Μισέλ αποκτούσε ενδιαφέρον πέρα από τις φωνητικές της δυνατότητες.

Ο Φιν Χάντσον του Κόρι Μοντίθ έφερνε μια διαφορετική αμηχανία. Ήταν ο δημοφιλής αθλητής που ανακάλυπτε ότι η θέση του στη σχολική ομάδα δεν απαντούσε σε όλα όσα ήθελε να κάνει. Ο Μοντίθ είχε μια γλυκύτητα και μια σχετική αδεξιότητα που ταίριαζαν στον ρόλο. Δίπλα στην ορμητική Ρέιτσελ, ο Φιν έμοιαζε συχνά να προσπαθεί να καταλάβει το επόμενο βήμα του, την ώρα που το έκανε. Η σχέση τους είχε τρυφερότητα, ανταγωνισμό και την εφηβική βεβαιότητα ότι ένας έρωτας μπορεί να χωρέσει ολόκληρο το μέλλον. Γύρω τους, ωστόσο, υπήρχε ένα καστ που μπορούσε διαρκώς να τραβήξει την προσοχή. Η Άμπερ Ράιλι έδινε στη Μερσέντες φωνητική δύναμη και αξιοπρέπεια. Η Νταϊάνα Άγκρον άφηνε να φανούν οι ρωγμές κάτω από την προσεγμένη εικόνα της Κουίν. Η Χέδερ Μόρις είχε ως Μπρίτανι έναν τρόπο να λέει τα πιο παράλογα πράγματα με απόλυτη φυσικότητα. Ο Κέβιν ΜακΧέιλ, η Τζένα Ούσκοβιτς και ο Χάρι Σαμ Τζούνιορ έδιναν στον Άρτι, στην Τίνα και στον Μάικ δυνατότητες που το σενάριο αξιοποιούσε άνισα.

Αυτή η ανισότητα παραμένει μια ουσιαστική αδυναμία της σειράς. Η Μερσέντες μπορούσε να εντυπωσιάσει με λίγες νότες, αλλά η προσωπική της ζωή δεν έπαιρνε πάντα την ίδια προσοχή. Η Τίνα έμοιαζε συχνά να περιμένει τη σειρά της μέσα σε μια ιστορία που μιλούσε για το δικαίωμα όλων να ακουστούν. Το «Glee» αγαπούσε τη συλλογικότητα, ενώ επέστρεφε επίμονα στους ίδιους πρωταγωνιστές. Και οι δεύτεροι ρόλοι του ήταν αρκετά καλοί ώστε αυτή η επιλογή να γίνεται αισθητή.

Η αποδοχή αρχίζει από το σπίτι

Ο Κερτ Χάμελ του Κρις Κόλφερ είναι από τους χαρακτήρες που εξηγούν γιατί η σειρά απέκτησε τόσο προσωπική σημασία για μέρος του κοινού της. Είχε χιούμορ, γούστο, φιλοδοξίες και μια διαρκή ετοιμότητα να αμυνθεί. Η ευαισθησία του συνυπήρχε με την ειρωνεία. Ο Κόλφερ μπορούσε να περάσει από μια επιδεικτική χειρονομία σε ένα βλέμμα πραγματικού φόβου χωρίς να μοιάζει ότι άλλαζε άνθρωπο. Στο «Preggers», ένα από τα πρώτα επεισόδια, ο Κερτ λέει στον πατέρα του ότι είναι γκέι. Ο Μπερτ, τον οποίο υποδύεται ο Μάικ Ο’Μάλεϊ, τον ακούει και του ξεκαθαρίζει ότι τον αγαπά. Η σκηνή αποκτά βάρος μέσα από τη λιτότητά της. Ένας πατέρας που δεν μοιράζεται τα ενδιαφέροντα του γιου του καταλαβαίνει ποια είναι η ευθύνη του απέναντί του. Η αποδοχή του έχει κάτι ήσυχο και καθημερινό, που την κάνει ιδιαίτερα συγκινητική.

Ο Μπερτ είναι από τις καλύτερες παρουσίες του «Glee», ακριβώς επειδή μοιάζει να πατά στη γη ακόμη κι όταν γύρω του συμβαίνουν τα πιο απίθανα πράγματα. Στη σχέση τους, η σειρά έβρισκε χρόνο για την αγωνία ενός γονιού και την ανάγκη ενός παιδιού να νιώσει ασφαλές. Το ίδιο επεισόδιο χωρούσε και το «Single Ladies», με τον Κερτ να μεταφέρει τις χορευτικές κινήσεις της Μπιγιονσέ στο γήπεδο. Αυτή η συνύπαρξη της κωμικής υπερβολής και μιας καθαρής ανθρώπινης στιγμής ήταν από τα μεγάλα προσόντα της.

Αργότερα, η γνωριμία του με τον Μπλέιν Άντερσον του Ντάρεν Κρις άνοιξε χώρο για τον ενθουσιασμό του πρώτου έρωτα. Όταν ο Μπλέιν τραγουδά το «Teenage Dream» με τους Warblers, το πρόσωπο του Κερτ αρκεί για να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Μέσα σε ένα τραγούδι, βλέπει την πιθανότητα μιας ζωής στην οποία μπορεί να φλερτάρει και να ερωτευτεί. Η σκηνή διατηρεί τη γοητεία της επειδή επιτρέπει στον χαρακτήρα να χαρεί, χωρίς να πρέπει πρώτα να εξηγήσει την ύπαρξή του.

Η Σαντάνα Λόπεζ της Νάγια Ριβέρα ξεκίνησε ως μια μαζορέτα με κοφτερή γλώσσα και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες χαρακτήρες της σειράς. Η Ριβέρα είχε εξαιρετικό κωμικό συγχρονισμό. Μπορούσε να τελειώσει μια σκηνή με ένα βλέμμα ή να κάνει μια προσβολή να ακουστεί σαν η μόνη λογική παρατήρηση μέσα στο δωμάτιο. Καθώς η σχέση της Σαντάνα με την Μπρίτανι αποκτούσε μεγαλύτερο βάρος, φαινόταν και ο φόβος πίσω από αυτή την επιθετικότητα. Η Σαντάνα ήξερε να εντοπίζει τις αδυναμίες των άλλων, ενώ δυσκολευόταν να μιλήσει για τη δική της επιθυμία. Η Ριβέρα κρατούσε αυτή την αντίφαση ζωντανή.

Έδινε στην ηρωίδα σκληρότητα, αλλά άφηνε να φανεί πόσο της κόστιζε η προσπάθεια να προστατευτεί. Η τρυφερότητά της προς την Μπρίτανι είχε ιδιαίτερη δύναμη επειδή ερχόταν από έναν άνθρωπο που συνήθως φρόντιζε να προλάβει οποιαδήποτε οικειότητα με μια επίθεση. Η ιστορία τους έδωσε σε πολλούς θεατές τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους. Η GLAAD έχει τιμήσει τη συμβολή της Ριβέρα, ενώ θεατές έχουν περιγράψει πώς η Σαντάνα τούς βοήθησε να αποδεχτούν τη σεξουαλικότητά τους. Για πολλές νέες γυναίκες που έλκονταν από γυναίκες, και ιδιαίτερα για Λατίνες που έβλεπαν σπάνια κάτι οικείο στις κεντρικές τηλεοπτικές ιστορίες, ο χαρακτήρας απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. 

Τα τραγούδια που έγιναν δικά τους

Η μουσική ήταν ο πιο άμεσος τρόπος του «Glee» να μας φέρει κοντά στους ήρωές του. Μια διασκευή μπορούσε να αποκαλύψει έναν φόβο, να εκφράσει μια ζήλια ή να δώσει μορφή σε μια επιθυμία που ο χαρακτήρας δυσκολευόταν να παραδεχτεί. Σε αυτές τις στιγμές, το γνωστό τραγούδι αποκτούσε άλλη σημασία επειδή το ακούγαμε από συγκεκριμένο πρόσωπο, σε συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του. Το «Teenage Dream» παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η χαρά του τραγουδιού συναντά την έκπληξη του Κερτ και μετατρέπεται σε μια πολύ συγκεκριμένη εφηβική προσδοκία. Αντίστοιχα, στο «I Feel Pretty / Unpretty», η Ρέιτσελ και η Κουίν συναντιούνται μέσα από την ανασφάλεια για την εμφάνισή τους. Η ένωση του τραγουδιού από το «West Side Story» με εκείνο των TLC επιτρέπει στη σειρά να δείξει πόσο εύκολα ένα κορίτσι μπορεί να θαυμάζει κάτι που ένα άλλο θεωρεί αυτονόητο.

Το «Glee» έβρισκε συχνά ενδιαφέρον σε τέτοιους συνδυασμούς. Έφερνε κοντά τραγούδια από διαφορετικές δεκαετίες και είδη, δοκιμάζοντας τι συμβαίνει όταν οι στίχοι του ενός απαντούν στο άλλο. Το «Rumour Has It / Someone Like You» της Adele είναι από τις περιπτώσεις όπου η ένταση των φωνών και η εναλλαγή των δύο κομματιών δίνουν στο αποτέλεσμα δική του δραματικότητα. 

Οι φωνές, επίσης, είχαν διαφορετικό χαρακτήρα. Η Μισέλ μπορούσε να δώσει σε ένα τραγούδι τη θεατρική ανάπτυξη ενός μεγάλου σόλο. Η Ράιλι έφερνε δύναμη και ζεστασιά. Η Ριβέρα είχε έναν πιο σκοτεινό τόνο και μια αμεσότητα που ταίριαζε στη Σαντάνα. Ο Κόλφερ πρόσθετε ευαισθησία και ιδιαιτερότητα, ενώ ο Κρις είχε την άνεση ενός ερμηνευτή που απολαμβάνει την επικοινωνία με όσους τον παρακολουθούν. Η ποικιλία αυτή ήταν βασικό μέρος της απόλαυσης. Η απήχηση έφτασε φυσικά και έξω από την τηλεόραση. Το καστ κατέγραψε 207 τραγούδια στο Billboard Hot 100. Πέρα από τον αριθμό, η σειρά λειτουργούσε σαν μια απρόβλεπτη μουσική συνάντηση. Ένας θεατής που ερχόταν για την ποπ μπορούσε να μείνει για ένα τραγούδι μιούζικαλ. Κάποιος άλλος άκουγε ξανά ένα παλιότερο κομμάτι μέσα από μια φωνή που είχε αρχίσει να αγαπά.

Υπήρχε, βέβαια, και η αντίστροφη όψη. Η φωνητική επεξεργασία έκανε μερικές ερμηνείες υπερβολικά λείες, ενώ η σκηνοθεσία ορισμένων μουσικών σκηνών απομακρυνόταν τόσο από τη σχολική πρόβα ώστε η σύνδεση με τους χαρακτήρες χαλάρωνε. Ένα τέλειο αποτέλεσμα στο στούντιο δεν ήταν πάντα και το πιο συγκινητικό. Συχνά αρκούσε μια μικρή κίνηση ή μια αμηχανία για να νιώσεις περισσότερα από όσα πρόσφερε μια ολόκληρη χορογραφία.

Η Σου Σιλβέστερ ήξερε να χαλάει τη γιορτή

Ένα μεγάλο μέρος της κωμικής ταυτότητας της σειράς ανήκει στην Τζέιν Λιντς. Η προπονήτρια των μαζορετών, Σου Σιλβέστερ, μπορούσε να αντιμετωπίζει μια σχολική χορωδία σαν απειλή για την παγκόσμια τάξη. Η Λιντς υποδυόταν αυτή τη μανία με απόλυτη σοβαρότητα και έκανε την υπερβολή αστεία πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ατάκα. Η ερμηνεία της, τής χάρισε Emmy το 2010, μία από τις έξι συνολικά βραβεύσεις της σειράς στον θεσμό. Η Σου ήταν χρήσιμη και επειδή έκοβε τον αέρα της αυτοϊκανοποίησης. Όταν οι υπόλοιποι πλησίαζαν πολύ στο συγκινητικό δίδαγμα, εκείνη μπορούσε να επαναφέρει μια απαραίτητη αγένεια. Βέβαια, οι διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα στη σκληρότητα και στην ξαφνική ευαισθησία της έχασαν σταδιακά μέρος της δύναμής τους. Η Λιντς, πάντως, παρέμενε από τους βασικούς λόγους για να περιμένεις την επόμενη σκηνή.

Ο Γουίλ Σούστερ είναι πιο δύσκολη περίπτωση. Η επιθυμία του να στηρίξει τα παιδιά συνυπάρχει με την ανάγκη να ξαναζήσει τη δική του νεότητα. Ήδη από το πρώτο επεισόδιο χρησιμοποιεί έναν εκβιασμό, φυτεύοντας μαριχουάνα στα πράγματα του Φιν, για να τον φέρει στη χορωδία. Η πράξη παρουσιάζεται μέσα στον σατιρικό κόσμο της σειράς, αλλά φωτίζει ένα πρόβλημα που επανέρχεται. Το «Glee» δεν εξέταζε πάντα με την ίδια αυστηρότητα τις συμπεριφορές των ενηλίκων του, ειδικά όταν ήθελε να τους παρουσιάσει ως πηγή έμπνευσης.

Όταν η σειρά μεγάλωσε περισσότερο απ’ όσο άντεχε

Στην πορεία, η επιτυχία δημιούργησε και μια πίεση για διαρκή εντυπωσιασμό. Μεγαλύτερα μουσικά νούμερα, περισσότερες ανατροπές, περισσότερα πρόσωπα και θέματα που έπρεπε να χωρέσουν στο επόμενο επεισόδιο. Η σκηνοθεσία είχε ενέργεια και χιούμορ, όμως το συναίσθημα δεν προλάβαινε πάντα τον ρυθμό των εξελίξεων. Μια σύγκρουση μπορούσε να μοιάζει καθοριστική και λίγο αργότερα να έχει σχεδόν ξεχαστεί. Ένας χαρακτήρας μάθαινε κάτι για τον εαυτό του και επέστρεφε γρήγορα στην προηγούμενη συμπεριφορά του, επειδή το καινούργιο επεισόδιο χρειαζόταν μια ακόμη διαμάχη. Η σατιρική ελευθερία, που στην αρχή έκανε τη σειρά απρόβλεπτη, άρχισε ορισμένες φορές να λειτουργεί ως εύκολη δικαιολογία για την ασυνέπειά της.

Μετά την αποφοίτηση βασικών ηρώων, η ιστορία μοιράστηκε ανάμεσα στο Οχάιο και στη Νέα Υόρκη. Η τέταρτη σεζόν προσπαθούσε να παρακολουθήσει την καινούργια ζωή της Ρέιτσελ, διατηρώντας συγχρόνως τη χορωδία και συστήνοντας νέους μαθητές. Η επιλογή είχε λογική, αφού τα πρόσωπα που είχαμε γνωρίσει έπρεπε κάποτε να μεγαλώσουν. Στην πράξη, όμως, η σειρά έχανε συχνά τη συγκέντρωσή της και οι νέες παρουσίες έπρεπε να διεκδικήσουν χώρο μέσα στη νοσταλγία για τις παλιές. Ακόμη και το κοινωνικό της ενδιαφέρον γινόταν κάποιες φορές βιαστικό. Ταυτότητα, αναπηρία, εικόνα σώματος, θρησκεία και εκφοβισμός απαιτούσαν χρόνο και διαφορετική προσέγγιση. Το «Glee» μπορούσε να βρει μια πολύ εύστοχη στιγμή και αμέσως μετά να επιστρέψει σε ένα στερεότυπο ή σε μια λύση υπερβολικά εύκολη. Η καλή πρόθεση δεν εξασφάλιζε πάντοτε και καλή γραφή.

Η δυσκολία αυτή εξηγεί γιατί η σχέση με τη σειρά παρέμενε τόσο αντιφατική. Μπορούσες να την επικρίνεις για ένα ολόκληρο επεισόδιο και να κρατήσεις τελικά μια ερμηνεία που σε είχε αγγίξει. Το καστ είχε συχνά τη δύναμη να δίνει βάρος ακόμη και σε υλικό που δεν το υποστήριζε αρκετά.

Οι απουσίες που άλλαξαν τη σχέση μας με το «Glee»

Ο θάνατος του Κόρι Μοντίθ το 2013 άλλαξε αναπόφευκτα την πορεία της σειράς. Το «The Quarterback», το επεισόδιο αποχαιρετισμού στον Φιν, έφερε τους χαρακτήρες ξανά μαζί για να πενθήσουν. Το «Seasons of Love» και η ερμηνεία της Μισέλ στο «Make You Feel My Love» έδωσαν στη μουσική μια λειτουργία ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς το κοινό γνώριζε ότι οι άνθρωποι που έβλεπε στην οθόνη είχαν χάσει πραγματικά έναν συνάδελφο και φίλο. Το επεισόδιο παραμένει δύσκολο να το παρακολουθήσει κανείς. Η δημόσια συγκίνηση συναντά ένα προσωπικό πένθος που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ολόκληρο. Ακόμη και μια σειρά συνηθισμένη να εκφράζει τα πάντα δυνατά μοιάζει εδώ να αναζητά τον τρόπο να σταθεί μπροστά σε κάτι που δεν διορθώνεται με το τέλος μιας σκηνής.

Το 2020, ο θάνατος της Νάγια Ριβέρα πρόσθεσε μια ακόμη βαθιά απουσία. Η Σαντάνα παρέμεινε ζωντανή στις σκηνές και στα τραγούδια της, αλλά η γνώση ότι η ηθοποιός που της έδωσε αυτή την ένταση είχε φύγει τόσο νωρίς άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο επιστρέφουμε σε αυτά. Γι’ αυτό και μια αναδρομή στο «Glee» χρειάζεται μέτρο όταν πλησιάζει τις απώλειές του. Οι ζωές αυτών των ανθρώπων αξίζουν σεβασμό πέρα από την τηλεοπτική τους φήμη. Η δουλειά τους μάς δίνει αρκετούς λόγους να τους θυμόμαστε, χωρίς να χρειάζεται κάθε σκηνή να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε προμήνυμα.

Μια επιστροφή χρειάζεται περισσότερα από νοσταλγία

Το αρχικό «Glee» ολοκληρώθηκε το 2015, έπειτα από έξι σεζόν. Στο μεταξύ, οι συζητήσεις για τη σεξουαλικότητα, την ταυτότητα και την εκπροσώπηση έχουν αλλάξει, όπως έχει αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο οι νέοι ακούν μουσική και παρουσιάζουν τον εαυτό τους. Η παλιά αίθουσα της χορωδίας θα χρειαστεί να συναντήσει μια εφηβεία που ζει μεγάλο μέρος της μπροστά σε μια κάμερα κινητού. Αυτό θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον. Η επιθυμία να σε προσέξουν παραμένει, αλλά η αναγνώριση μπορεί πλέον να μετριέται καθημερινά σε προβολές και αντιδράσεις. Ένας μαθητής μπορεί να νιώθει αόρατος μέσα στην τάξη και δημοφιλής στην οθόνη του. Ένα τραγούδι μπορεί να του δώσει κοινό πριν προλάβει να καταλάβει τι θέλει να πει. Αυτές είναι πιθανές κατευθύνσεις για μια νέα σειρά, με τις λεπτομέρειες της πλοκής ακόμη άγνωστες.

Η επιστροφή παλιών προσώπων θα έχει, ασφαλώς, τη συγκίνησή της. Η αντοχή του καινούργιου «Glee», όμως, θα κριθεί από το ενδιαφέρον των ιστοριών του. Θα χρειαστεί χαρακτήρες με δική τους ζωή, χώρο για το χιούμορ και την αμηχανία τους, και τραγούδια που να προκύπτουν από όσα αισθάνονται. Η μουσική επικαιρότητα προσφέρει υλικό. Το δύσκολο είναι να βρεθεί ποιος θα το τραγουδήσει και γιατί εκείνη τη στιγμή. Από την αρχική σειρά κρατώ κυρίως τις φορές που ένας χαρακτήρας στεκόταν μπροστά στους άλλους και τολμούσε να εκτεθεί. Η Ρέιτσελ ζητούσε επίμονα την προσοχή, ο Κερτ προσπαθούσε να νιώσει ασφαλής και η Σαντάνα άφηνε για λίγο την άμυνά της. Οι στιγμές αυτές μπορούσαν να επιβιώσουν ακόμη και μέσα στα πιο αδύναμα επεισόδια.

Στην πρώτη εκείνη σκηνή με το «Don’t Stop Believin’», τα παιδιά έχουν ακόμη πολλά να μάθουν το ένα για το άλλο. Το σχολείο θα συνεχίσει να είναι δύσκολο και η χορωδία θα γεμίσει ανταγωνισμούς. Για λίγα λεπτά, πάντως, τραγουδούν μαζί και θέλεις να δεις τι θα τους συμβεί. Αν το νέο «Glee» καταφέρει να μας κάνει να νοιαστούμε ξανά με αυτόν τον τρόπο, η επιστροφή του θα έχει λόγο ύπαρξης.