Yπερκέρδη και αίσθημα εκμετάλλευσης: Στο ναδίρ η άποψη των πολιτών για τις ελληνικές τράπεζες - Τι δείχνει έρευνα της Realpolls
Στο ναδίρ φαίνεται ότι είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στις ελληνικές τράπεζες σύμφωνα με έρευνα🕛 χρόνος ανάγνωσης: 9 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Στο ναδίρ φαίνεται ότι είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών στις ελληνικές τράπεζες σύμφωνα με έρευνα σε δείγμα 1.525 ατόμων με δικαίωμα ψήφου, που έκανε η Realpolls για το iEidiseis.gr.
Ένα εντυπωσιακό 90,2% συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί ότι οι τράπεζες εκμεταλλεύονται το ολιγοπώλιό τους ενώ μόλις το 4,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τις εμπιστεύεται «πολύ» και το 21,9% «αρκετά».
Η εμπιστοσύνη στο ναδίρ
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της έρευνας αφορά τη γενικότερη εμπιστοσύνη προς τις ελληνικές τράπεζες ως θεσμό. Μόλις το 4,9% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι τις εμπιστεύεται «πολύ» και το 21,9% «αρκετά» (Ερ. 3). Αντιθέτως, η συντριπτική πλειοψηφία — 71,5% — δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις τράπεζες «λίγο» (36,3%) ή «καθόλου» (35,2%) (Ερ. 3). Πρόκειται για ένα ποσοστό που θα έπρεπε να προκαλεί ανησυχία τόσο στις διοικήσεις των τραπεζών όσο και στις εποπτικές αρχές.

Η δυσπιστία, μάλιστα, δεν αφορά μόνο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα — αν και εκεί εντοπίζεται πιο έντονη, με το 44,5% όσων έχουν εισόδημα έως 10.000 ευρώ να μην εμπιστεύεται «καθόλου» τις τράπεζες (Ερ. 27). Ακόμη και στα υψηλότερα εισοδηματικά κλιμάκια (άνω των 35.000 ευρώ), μόνο το 34,6% δηλώνει σχετική εμπιστοσύνη, ενώ ένα εντυπωσιακό 65,1% παραμένει επιφυλακτικό ή αρνητικό (Ερ. 27).
Πολιτική επιρροή και ανεπαρκής εποπτεία
Η κριτική των πολιτών δεν περιορίζεται στα οικονομικά. Εκτείνεται και στη σχέση τραπεζών-πολιτικής εξουσίας. Το 82,9% πιστεύει ότι οι τράπεζες ασκούν υπερβολική πολιτική επιρροή στη χώρα, ενώ ένα εξίσου αποκαλυπτικό 86,6% θεωρεί ότι το κράτος ευνοεί τις τράπεζες σε βάρος των πολιτών (Ερ. 19).
Παράλληλα, σχεδόν επτά στους δέκα (68,4%) κρίνουν ανεπαρκή τον έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές — με το 36,9% να μιλά ακόμη και για «σχεδόν μηδενική εποπτεία» (Ερ. 18). Αν τα στοιχεία αυτά αντανακλούν μια πραγματικότητα έστω κατά προσέγγιση, τότε πρόκειται για μια σοβαρή αποτυχία του εποπτικού πλαισίου — ή τουλάχιστον για μια κρίση αξιοπιστίας των εποπτικών θεσμών.
Τι ζητούν οι πολίτες
Στην ερώτηση για τις πιο επείγουσες αλλαγές (Ερ. 21), η πρώτη επιλογή των πολιτών είναι η φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών (48,6%), ακολουθούμενη από τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού (42,1%), την ισχυρότερη προστασία καταναλωτή (39,1%), την αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων (36,5%), τη μείωση χρεώσεων και προμηθειών (35,9%), και την αυστηρότερη εποπτεία (29,4%).
Αξιοσημείωτο είναι ότι η φορολόγηση των υπερκερδών — το λεγόμενο windfall tax — συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη προτίμηση, με το 82,1% να συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί με αυτή τη πρόταση (Ερ. 20). Ταυτόχρονα, το 73,2% τάσσεται υπέρ μεγαλύτερου ανταγωνισμού στην αγορά, για παράδειγμα μέσω εισόδου νέων τραπεζών (Ερ. 20).
Ενδεικτικό της διάθεσης για αλλαγή είναι ότι το 45,8% δηλώνει ότι θα εμπιστευόταν μια ξένη ψηφιακή τράπεζα χωρίς φυσικά υποκαταστήματα στην Ελλάδα, αρκεί να προσέφερε καλύτερους όρους. Ένας στους πέντε σχεδόν (18,8%) απαντά «σίγουρα ναι» (Ερ. 11). Πρόκειται για σαφές σήμα ότι η πιστότητα των καταναλωτών δεν είναι δεδομένη — και ότι ο ανταγωνισμός θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης.
Χειρότερη εικόνα, ακόμη και σε σχέση με τα μνημόνια
Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες (45,1%) θεωρεί ότι η εικόνα των τραπεζών έχει χειροτερεύσει τα τελευταία 2-3 χρόνια — ένα εύρημα ιδιαίτερα βαρύνον, αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες ανακοίνωναν ρεκόρ κερδοφορίας. Μόλις το 18% βλέπει βελτίωση στην εικόνα τους (Ερ. 8). Η αντίθεση μεταξύ υπερκερδών και αρνητικής κοινής γνώμης είναι εύγλωττη.
Εξίσου αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με την εποχή των μνημονίων. Παρά τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και τις ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιο χρήμα, το 34,6% των πολιτών δηλώνει ότι η εμπιστοσύνη του έχει μειωθεί σε σχέση με πριν από δέκα χρόνια, ενώ ένα 38,9% δηλώνει ότι παραμένει στα ίδια χαμηλά επίπεδα (Ερ. 9). Μόνο ένας στους πέντε (20,9%) αναφέρει αύξηση εμπιστοσύνης (Ερ. 9). Η εποχή των capital controls, των κλειστών τραπεζών και της δημοσιονομικής κρίσης, φαίνεται πως άφησε τραύματα που δεν έχουν επουλωθεί — και ίσως, στα μάτια πολλών πολιτών, οι σημερινές πρακτικές τα βαθαίνουν.
Ολιγοπώλιο, υπερκέρδη και αίσθημα εκμετάλλευσης
Τα πλέον αιχμηρά ποσοστά της έρευνας καταγράφονται στις ερωτήσεις που αφορούν τη δομή και τη συμπεριφορά της αγοράς. Ένα εντυπωσιακό 90,2% συμφωνεί ή μάλλον συμφωνεί ότι οι τράπεζες εκμεταλλεύονται το ολιγοπώλιό τους — τέσσερις τράπεζες ελέγχουν περίπου το 95% της αγοράς (Ερ. 13). Το ποσοστό αυτό αποτελεί πρακτικά καθολική καταδίκη ενός μοντέλου αγοράς που λειτουργεί χωρίς ουσιαστικό ανταγωνισμό.
Στο ίδιο μήκος κύματος, το 87,1% θεωρεί τα επιτόκια δανείων υπερβολικά υψηλά, ενώ το 75,7% κρίνει τα επιτόκια καταθέσεων αδικαιολόγητα χαμηλά (Ερ. 12). Η «ψαλίδα» μεταξύ επιτοκίων δανεισμού και αποταμίευσης — που αποτελεί κύρια πηγή κερδοφορίας για τις τράπεζες — αντιμετωπίζεται από τους πολίτες ως απόδειξη εκμετάλλευσης, όχι ως αποτέλεσμα αγοραίων συνθηκών.
Ταυτόχρονα, το 89,9% χαρακτηρίζει υπερβολικές τις χρεώσεις για ΑΤΜ, εμβάσματα και συναλλαγές (Ερ. 13), ενώ το 86,8% πιστεύει ότι τα κέρδη των τραπεζών δεν ανακυκλώνονται στην πραγματική οικονομία (Ερ. 14). Η εικόνα που αναδύεται είναι αυτή ενός τραπεζικού συστήματος που αντλεί πόρους από τους πολίτες χωρίς να τους επιστρέφει υπό μορφή επενδύσεων, δανείων ή χαμηλότερου κόστους υπηρεσιών.
Δάνεια: Ένα προνόμιο, όχι δικαίωμα
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που αναδεικνύεται στον τομέα της πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Βεβαίως, η πλειοψηφία των πολιτών (63,8%) δηλώνει ότι δεν χρειάστηκε δάνειο τα τελευταία πέντε χρόνια (Ερ. 15). Ωστόσο, αυτό που αποκαλύπτεται στο υπόλοιπο 35,3% — εκείνους που πράγματι είχαν ανάγκη χρηματοδότησης — είναι εξαιρετικά προβληματικό. Από αυτούς, μόνο το 14,7% του συνόλου των ερωτηθέντων είδε την αίτησή του εγκεκριμένη και το 6,3% απορρίφθηκε. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, όμως, είναι ότι ένα ισοδύναμο 14,3% δεν αιτήθηκε ποτέ δάνειο, παρά το γεγονός ότι το χρειαζόταν, επειδή θεωρούσε εκ των προτέρων ότι θα απορριφθεί (Ερ. 15). Αυτοί οι «αποθαρρυμένοι δανειολήπτες» — σχεδόν ίσοι σε αριθμό με εκείνους που πράγματι εγκρίθηκαν — αποτελούν ίσως τον πιο ανησυχητικό δείκτη ενός συστήματος που αποτρέπει πολίτες ακόμη και από το να ζητήσουν πρόσβαση σε αυτό.
Η εισοδηματική διάσταση κάνει την εικόνα ακόμη πιο αποκαλυπτική. Στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια (έως 10.000 ευρώ), μόνο το 8,6% πέτυχε έγκριση δανείου, ενώ ένα σχεδόν ίσο 8,6% απορρίφθηκε και ένα εντυπωσιακό 20,7% δεν τόλμησε καν να υποβάλει αίτηση παρότι είχε ανάγκη (Ερ. 33). Αντίθετα, στα εισοδήματα άνω των 35.000 ευρώ, η αναλογία αντιστρέφεται: το ποσοστό έγκρισης ανεβαίνει σε 19,3%, ενώ η αυτοαποθάρρυνση πέφτει στο μόλις 5,5% (Ερ. 33). Η πρόσβαση σε δανεισμό, με άλλα λόγια, φαίνεται πως λειτουργεί ως ταξικό προνόμιο.
Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, ότι το 72,5% συμφωνεί πως η πρόσβαση σε τραπεζικό δάνειο είναι πολύ δύσκολη (Ερ. 16), το 73,6% πιστεύει ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν άνιση μεταχείριση (Ερ. 16), και — ίσως το πλέον εύγλωττο στοιχείο — το 71,4% θεωρεί ευκολότερο να δανειστεί από φίλους και οικογένεια παρά από τράπεζα (Ερ. 17). Η άτυπη οικονομία, ο κοινωνικός δανεισμός, η αποφυγή του θεσμικού πλαισίου — αυτά είναι τα παράγωγα ενός τραπεζικού συστήματος που έχει χάσει τον κοινωνικό του ρόλο.
Ψηφιακές υπηρεσίες: Η μοναδική φωτεινή εξαίρεση
Αξίζει να σημειωθεί, χάριν αντικειμενικότητας, ότι δεν είναι όλα αρνητικά. Οι ψηφιακές υπηρεσίες των τραπεζών αξιολογούνται θετικά: το 74,3% δηλώνει ικανοποιημένο από το e-banking και τις mobile εφαρμογές (Ερ. 10), ενώ το 80,8% αξιολογεί θετικά την ποιότητά τους (Ερ. 5). Πρόκειται για τον μοναδικό τομέα στον οποίο οι τράπεζες φαίνεται να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.
Ωστόσο, ακόμη και αυτό το θετικό εύρημα έχει σκιές. Η ψηφιοποίηση συνοδεύτηκε από μαζικό κλείσιμο υποκαταστημάτων, γεγονός που έχει επηρεάσει αρνητικά πάνω από τους μισούς πολίτες (50,4%) (Ερ. 4). Η τεχνολογική πρόοδος, δηλαδή, δεν λειτουργεί ως συμπλήρωμα αλλά ως υποκατάστατο της φυσικής εξυπηρέτησης — αφήνοντας στο περιθώριο ηλικιωμένους, κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών και ψηφιακά αναλφάβητους.
Συμπεράσματα
Η έρευνα της Realpolls αποτυπώνει μια ελληνική κοινωνία που αντιμετωπίζει τις τράπεζες όχι ως συμμάχους στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά ως εξουσιαστικούς μηχανισμούς που αντλούν δυσανάλογα οφέλη χάρη στο ολιγοπωλιακό καθεστώς τους. Τα ρεκόρ κερδοφορίας δεν μεταφράζονται σε ικανοποίηση πελατών, σε χαμηλότερο κόστος συναλλαγών ή σε ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Αντιθέτως, φαίνεται πως ενισχύουν την αίσθηση αδικίας.
Η πολιτική ηγεσία, οι εποπτικές αρχές και οι ίδιες οι τράπεζες δεν μπορούν να αγνοούν μια δημοσκόπηση στην οποία εννέα στους δέκα πολίτες μιλούν για ολιγοπωλιακή εκμετάλλευση, οκτώ στους δέκα ζητούν φόρο υπερκερδών, και επτά στους δέκα δεν τις εμπιστεύονται. Τα νούμερα αυτά δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας.
Η ερώτηση πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα — αλλά πόσο καιρό ακόμη μπορεί κανείς να κάνει πως δεν το βλέπει.
Ένοχοι και οι τέσσερις κατηγορούμενοι για την υπόθεση των υποκλοπών
Έκοψαν τα καλώδια στην τηλεδιοίκηση της γραμμής Αθήνα-Θεσσαλονίκη, καταγγέλλει ο Κυρανάκης - «Ήθελαν νέα Τέμπη»
Συναγερμός στην Καρδίτσα: Εντοπίστηκε σακούλα με ανθρώπινα οστά έξω από το νοσοκομείο
Πάρκινγκ... για εκατομμυριούχους: Μια θέση στάθμευσης στην Κηφισιά κοστίζει περισσότερο από ένα διαμέρισμα
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



