Από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας του, το 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Πεδίον του Άρεως έχει καταφέρει να συγκεντρώσει ξανά ένα μεγάλο και διαφορετικό κοινό γύρω από το βιβλίο. Αναγνώστες κάθε ηλικίας περνούν καθημερινά από τα περίπτερα των εκδοτών, αναζητούν νέες κυκλοφορίες, συναντούν συγγραφείς και παρακολουθούν ένα πρόγραμμα που φέτος περιλαμβάνει περισσότερες από 200 πολιτιστικές εκδηλώσεις. Με τη συμμετοχή 210 εκδοτικών οίκων και 285 περιπτέρων, η διοργάνωση συνεχίζεται έως και την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου, με ελεύθερη είσοδο.
Η ανταπόκριση του κόσμου υπενθυμίζει κάτι που συχνά χάνεται πίσω από τις συζητήσεις για τις πωλήσεις, τις νέες κυκλοφορίες ή την κυριαρχία της οθόνης στην καθημερινότητά μας: το βιβλίο εξακολουθεί να έχει σταθερή θέση στη ζωή πολλών ανθρώπων. Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις μεγάλες διοργανώσεις και στις παρουσιάσεις. Αποτυπώνεται και σε μια πολύ πιο καθημερινή συνήθεια, εκείνη του δανεισμού, που επιτρέπει σε έναν τίτλο να περνά από αναγνώστη σε αναγνώστη και να παραμένει ενεργός για χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση.
Οι δανειστικές βιβλιοθήκες αποτελούν ίσως μία από τις πιο υποτιμημένες πολιτιστικές υποδομές μιας πόλης. Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ζωής περιορίζει όλο και περισσότερο τις καθημερινές επιλογές, η δυνατότητα να έχει κανείς δωρεάν πρόσβαση σε χιλιάδες τίτλους αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Και αυτό αφορά τόσο τον συστηματικό αναγνώστη που αναζητά συνεχώς το επόμενο βιβλίο όσο και μια οικογένεια που θέλει να φέρει τα παιδιά της σε επαφή με τη λογοτεχνία από μικρή ηλικία.
Η λειτουργία τους, άλλωστε, έχει αλλάξει αισθητά μέσα στα χρόνια. Η εικόνα μιας αίθουσας με ράφια, όπου κάποιος μπαίνει απλώς για να παραλάβει ένα βιβλίο και επιστρέφει ύστερα από μερικές μέρες, απέχει πλέον από όσα συμβαίνουν σε αρκετές δημόσιες και δημοτικές δομές. Παρουσιάσεις νέων εκδόσεων, συναντήσεις με συγγραφείς, λέσχες ανάγνωσης, εργαστήρια, εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες για παιδιά έχουν διευρύνει τον ρόλο τους, δημιουργώντας χώρους στους οποίους το βιβλίο γίνεται αφορμή για συναντήσεις, ανταλλαγή ιδεών και επαφή με τον πολιτισμό.
Αυτός ο ρόλος είναι ακόμη πιο ουσιαστικός στην περιφέρεια, όπου οι διαθέσιμες πολιτιστικές υποδομές είναι συχνά λιγότερες. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων αποτελεί μια χαρακτηριστική περίπτωση. Με ηλεκτρονικό κατάλογο, ξεχωριστές δομές για παιδιά και εφήβους, κινητή μονάδα και ένα σταθερό πρόγραμμα εκδηλώσεων, έχει καταφέρει να λειτουργεί ως ένα ζωντανό σημείο αναφοράς για την πόλη. Οι λέσχες ανάγνωσής της έχουν μακρά παρουσία, ενώ η Α΄ Λέσχη Ανάγνωσης Ενηλίκων συμπληρώνει, φέτος, δεκαεπτά χρόνια συνεχούς λειτουργίας. Πρόκειται για μια διάρκεια που από μόνη της μαρτυρά ότι γύρω από τέτοιους χώρους μπορεί να δημιουργηθεί ένα σταθερό και ενεργό κοινό.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική πλευρά του θεσμού. Η πρόσβαση στο βιβλίο δεν εξαρτάται μόνο από το αν κυκλοφορούν αρκετές νέες εκδόσεις ή από το πόσο μεγάλη είναι η εγχώρια βιβλιοπαραγωγή. Εξαρτάται και από το αν αυτά τα βιβλία μπορούν να φτάσουν σε ανθρώπους που δεν έχουν πάντα τη δυνατότητα να τα αγοράσουν. Οι συλλογές των δανειστικών βιβλιοθηκών δίνουν σε έναν τίτλο μεγαλύτερη διάρκεια ζωής και, ταυτόχρονα, επιτρέπουν σε παλαιότερα έργα να επιστρέφουν συνεχώς σε νέους αναγνώστες. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε ο Οργανισμός Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου για το 2025 έρχονται να δώσουν αριθμούς σε αυτή την καθημερινή κίνηση. Ο δημόσιος δανεισμός αυξήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, με 876.885 βιβλία να καταγράφονται στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες που απέστειλαν δεδομένα στον ΟΣΔΕΛ. Το 2024 ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 846.225, γεγονός που μεταφράζεται σε 30.660 περισσότερους δανεισμούς και άνοδο 3,6% μέσα σε έναν χρόνο.
Σχεδόν δύο εκατομμύρια βιβλία άλλαξαν χέρια
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι οι 876.885 δανεισμοί δεν αποτυπώνουν το σύνολο της χώρας. Για τη συγκέντρωση των στοιχείων ο ΟΣΔΕΛ απευθύνθηκε σε 247 δημόσιες, δημοτικές, παιδικές και κοινοτικές βιβλιοθήκες. Δεδομένα απέστειλε η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, μαζί με 25 δημόσιες, 54 δημοτικές και πέντε παιδικές βιβλιοθήκες. Η συμμετοχή, επομένως, παραμένει μερική. Με βάση την εκτίμηση του Οργανισμού, αν συνυπολογιστεί η δραστηριότητα όσων δομών δεν κατάφεραν να αποστείλουν στοιχεία, ο πραγματικός αριθμός στις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες της Ελλάδας προσεγγίζει τα δύο εκατομμύρια για το 2025. Και σε αυτή την εκτίμηση δεν περιλαμβάνονται οι σχολικές και οι ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες.
Ο αριθμός αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει η καθημερινή ψυχαγωγία τα τελευταία χρόνια. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το περιεχόμενο που βρίσκεται μονίμως διαθέσιμο σε μια οθόνη διεκδικούν ολοένα και περισσότερο τον ελεύθερο χρόνο. Παρ' όλα αυτά, εκατοντάδες χιλιάδες βιβλία εξακολουθούν να βγαίνουν από τα ράφια, να πηγαίνουν στα σπίτια των αναγνωστών και να επιστρέφουν για να περάσουν στα χέρια κάποιου άλλου.
Η άνοδος κατά 3,6% μπορεί να μη μοιάζει θεαματική ως ποσοστό. Η σημασία της βρίσκεται περισσότερο στη συνέχεια. Πρόκειται για τη δεύτερη διαδοχική χρονιά κατά την οποία καταγράφεται αύξηση, κάτι που φανερώνει μια σταθερή κίνηση και όχι ένα περιστασιακό άλμα. Παράλληλα, η εικόνα που προκύπτει από τα δεδομένα φωτίζει και το πόσο καθοριστική είναι η παρουσία των δημοτικών δομών, οι οποίες συγκεντρώνουν σχεδόν τα δύο τρίτα των καταγεγραμμένων δανεισμών. Υπάρχει, βέβαια, και ένα λιγότερο αισιόδοξο στοιχείο. Αρκετές από τις βιβλιοθήκες στις οποίες απευθύνθηκε ο ΟΣΔΕΛ δήλωσαν ότι δεν διαθέτουν ακόμη την τεχνική δυνατότητα να εξαγάγουν και να αποστείλουν αναλυτικά στοιχεία. Η διαφορά στη συμμετοχή από περιφέρεια σε περιφέρεια επιβεβαιώνει ότι η ψηφιακή αναβάθμιση παραμένει ζητούμενο, όπως και η ενίσχυση των διαθέσιμων πόρων για την αγορά νέων τίτλων.
Έτσι, πίσω από τα σχεδόν δύο εκατομμύρια βιβλία που εκτιμάται ότι δανείστηκαν μέσα στο 2025 κρύβονται δύο παράλληλες πραγματικότητες. Από τη μία, ένα κοινό που εξακολουθεί να αναζητά και να διαβάζει. Από την άλλη, ένας θεσμός με μεγάλη χρησιμότητα που σε αρκετές περιπτώσεις καλείται να ανταποκριθεί σε αυτή τη ζήτηση με περιορισμένα μέσα.
Τι διαβάζει η Ελλάδα;
Η λογοτεχνία εξακολουθεί να έχει τον πρώτο λόγο στις επιλογές όσων επισκέπτονται τις δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες. Από τους 876.885 δανεισμούς που καταγράφηκαν το 2025, οι 389.638 αφορούσαν μυθοπλασία ενηλίκων, ποσοστό 44,5% του συνόλου. Σχεδόν ένα στα δύο βιβλία που έφυγαν από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης ήταν, επομένως, ένα μυθιστόρημα ή κάποιο άλλο λογοτεχνικό έργο για ενήλικες.
Αμέσως μετά έρχεται το παιδικό βιβλίο. Η παιδική μυθοπλασία συγκέντρωσε 152.688 δανεισμούς, ποσοστό 17,4%, ενώ τα εικονογραφημένα βιβλία έφτασαν τους 120.276, δηλαδή το 13,7%. Αθροιστικά, οι δύο αυτές κατηγορίες ξεπερνούν το 31% και επιβεβαιώνουν ότι οι μικρότερες ηλικίες αποτελούν ένα από τα πιο δυναμικά κοινά των βιβλιοθηκών. Τα επιστημονικά βιβλία ακολουθούν με 61.343 δανεισμούς και ποσοστό 7%.
Η ισχυρή παρουσία του παιδικού βιβλίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι βιβλιοθήκες προσφέρουν σε ένα παιδί τη δυνατότητα να δοκιμάζει, να αλλάζει είδη, να ανακαλύπτει συγγραφείς και να επιλέγει ξανά και ξανά νέους τίτλους, χωρίς κάθε επιλογή να προϋποθέτει μια αγορά. Έτσι, η ανάγνωση μπορεί να ενταχθεί πιο φυσικά στην καθημερινότητά του και να μη συνδέεται αποκλειστικά με το σχολείο ή με ένα βιβλίο που αγοράστηκε για κάποια συγκεκριμένη περίσταση.
Τα παλιά βιβλία εξακολουθούν να βρίσκουν νέους αναγνώστες
Τα στοιχεία του ΟΣΔΕΛ έχουν ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Δείχνουν ότι το αναγνωστικό κοινό δεν στρέφεται αποκλειστικά στις πρόσφατες κυκλοφορίες. Το 24,5% των βιβλίων που δανείστηκαν το 2025 είχε κυκλοφορήσει μέσα στην τελευταία πενταετία. Ακριβώς το ίδιο ποσοστό αφορά εκδόσεις ηλικίας έξι έως δέκα ετών. Οι τίτλοι που βρίσκονται στην κυκλοφορία από 11 έως 15 χρόνια συγκεντρώνουν το 18%, εκείνοι των 16 έως 20 ετών το 13,2%, ενώ το 19,8% των δανεισμών αφορά βιβλία που έχουν εκδοθεί πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Με άλλα λόγια, περισσότερα από τα μισά βιβλία που επιλέχθηκαν είχαν ήδη τουλάχιστον μία δεκαετία ζωής. Πρόκειται για ένα στοιχείο που διαφοροποιεί σημαντικά τη λειτουργία μιας βιβλιοθήκης από εκείνη της αγοράς βιβλίου, όπου η επικαιρότητα και οι νέες κυκλοφορίες έχουν, αναπόφευκτα, μεγαλύτερο βάρος. Στο ράφι μιας βιβλιοθήκης ένας τίτλος δεν χάνει απαραίτητα τη θέση του επειδή πέρασαν τα χρόνια. Ένα έργο μπορεί να επανέρχεται χάρη σε μια νέα γενιά αναγνωστών, σε μια θεατρική ή τηλεοπτική διασκευή, σε μια σχολική αναφορά ή απλώς επειδή συνεχίζει να μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση, η οποία βρίσκεται στην έβδομη θέση των βιβλίων με τους περισσότερους δανεισμούς το 2025, πολλές δεκαετίες μετά την πρώτη έκδοσή της.
Η εικόνα, βέβαια, χρειάζεται να διαβαστεί και από την αντίθετη πλευρά. Ο ίδιος ο ΟΣΔΕΛ επισημαίνει ότι οι περιορισμένοι πόροι που διαθέτουν πολλές βιβλιοθήκες για την αγορά νέου υλικού δημιουργούν σημαντικά κενά στις πιο πρόσφατες εκδόσεις. Επομένως, η μεγάλη παρουσία παλαιότερων τίτλων δεν αποτελεί μόνο ένδειξη της αντοχής τους στον χρόνο. Συνδέεται και με το γεγονός ότι οι καινούργιες κυκλοφορίες δεν φτάνουν πάντοτε εγκαίρως ή σε επαρκή αριθμό στα ράφια.
Η Λένα Μαντά καταλαμβάνει την πρώτη πεντάδα
Στη λίστα των βιβλίων με τους περισσότερους δανεισμούς υπάρχει μια παρουσία που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Η Λένα Μαντά καταλαμβάνει και τις πέντε πρώτες θέσεις της κατάταξης για το 2025, ενώ συνολικά εμφανίζεται με 16 τίτλους στην πρώτη πενηντάδα.
Στην κορυφή βρίσκεται «Το σπίτι δίπλα στο ποτάμι» και ακολουθούν «Η σφραγίδα», «Το πράσινο φόρεμα», «Ταξίδι στη Βενετία» και «Οι τρεις άσοι». Η Ρένα Ρώσση Ζαΐρη βρίσκεται στην έκτη θέση με το «Αλμύρα. Η ευτυχία αλλιώς», ο Μ. Καραγάτσης ακολουθεί με τη «Μεγάλη Χίμαιρα», ενώ στην όγδοη θέση συναντάμε ξανά τη Ρένα Ρώσση Ζαΐρη με το «Τιρκουάζ». Το «Καλντερίμι» του Γιάννη Καλπούζου βρίσκεται ένατο και τη δεκάδα ολοκληρώνει ακόμη ένα βιβλίο της Λένας Μαντά, το «Γράμμα από χρυσό». Η συγκεκριμένη κατάταξη έχει ενδιαφέρον επειδή δεν αποτυπώνει απλώς την επιτυχία μιας πρόσφατης έκδοσης. Αντίθετα, φέρνει δίπλα - δίπλα βιβλία διαφορετικών περιόδων και δείχνει ότι ορισμένοι συγγραφείς έχουν δημιουργήσει ένα κοινό που επιστρέφει συστηματικά στο έργο τους. Στην περίπτωση της Λένας Μαντά, η παρουσία 16 τίτλων ανάμεσα στους 50 δημοφιλέστερους δείχνει μια αναγνωστική σχέση που έχει αποκτήσει διάρκεια και ξεπερνά κατά πολύ τον κύκλο προβολής μιας νέας κυκλοφορίας.

Τα παιδιά αλλάζουν ολόκληρο τον χάρτη των δανεισμών
Η κατάταξη των ξένων συγγραφέων αποκαλύπτει μία ακόμη ενδιαφέρουσα πλευρά για τις αναγνωστικές συνήθειες του κοινού. Στις πρώτες θέσεις κυριαρχούν σχεδόν απόλυτα δημιουργοί που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους. Στην κορυφή βρίσκεται ο Γερμανός Jurgen Banscherus, γνωστός κυρίως για τις αστυνομικές ιστορίες του ντετέκτιβ Κλουζ, ενώ δεύτερη ακολουθεί η Ιταλίδα Elisabetta Dami, η δημιουργός πίσω από τον εκδοτικό κόσμο του Τζερόνιμο Στίλτον. Στην τρίτη θέση συναντάμε τον Αμερικανό Jeff Kinney, του οποίου το «Ημερολόγιο ενός Σπασίκλα» έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παιδικές σειρές των τελευταίων δεκαετιών.
Ο Rene Goscinny, που συνδέθηκε με ήρωες και σειρές όπως ο Αστερίξ και ο Μικρός Νικόλας, βρίσκεται τέταρτος, ενώ ακολουθεί η Renee Russell, δημιουργός των «Ημερολογίων μιας Ξενέρωτης». Στην έκτη θέση βρίσκεται ο Dav Pilkey, γνωστός μεταξύ άλλων από τις σειρές «Captain Underpants» και «Dog Man», και αμέσως μετά η Γαλλίδα Orianne Lallemand, με ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία στο παιδικό βιβλίο. Τη δεκάδα συμπληρώνουν ο Βρετανός Roger Hargreaves, δημιουργός των διάσημων «Mr. Men» και «Little Miss», η Daisy Meadows, το όνομα που έχει συνδεθεί με τη μακρόχρονη σειρά παιδικών βιβλίων «Rainbow Magic», και, στη δέκατη θέση, η Agatha Christie. Η παρουσία της τελευταίας έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Σε μια δεκάδα όπου το παιδικό και εφηβικό βιβλίο έχει σχεδόν απόλυτη υπεροχή, η Agatha Christie είναι εκείνη που εκπροσωπεί καθαρά τη λογοτεχνία ενηλίκων και, ειδικότερα, το αστυνομικό μυθιστόρημα. Δεκαετίες μετά τον θάνατό της, οι ιστορίες του Ηρακλή Πουαρό και της Μις Μαρπλ εξακολουθούν να βρίσκουν κοινό και μέσα από τις ελληνικές βιβλιοθήκες.
Οι δανεισμοί αυξάνονται, οι υποδομές δεν ακολουθούν
Πίσω από τη θετική εικόνα των αριθμών υπάρχει, ωστόσο, ένα ζήτημα που τα ίδια τα στοιχεία του ΟΣΔΕΛ φέρνουν στην επιφάνεια. Η πραγματική έκταση του δημόσιου δανεισμού στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι δύσκολο να αποτυπωθεί με ακρίβεια, καθώς ένα σημαντικό μέρος των βιβλιοθηκών δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να συγκεντρώνει και να αποστέλλει συστηματικά τα δεδομένα του. Για την έρευνα του 2025, ο Οργανισμός απευθύνθηκε συνολικά σε 247 δημόσιες, δημοτικές, παιδικές και κοινοτικές βιβλιοθήκες σε ολόκληρη τη χώρα. Ανταποκρίθηκαν η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, 25 δημόσιες βιβλιοθήκες, που αντιστοιχούν σε κάλυψη 55,56%, 54 δημοτικές με ποσοστό 31,21% και μόλις πέντε παιδικές, όπου η συμμετοχή περιορίστηκε στο 16,67%. Οι αποκλίσεις είναι μεγάλες και μεταξύ των περιφερειών. Σε ορισμένες, όπως η Δυτική και η Κεντρική Μακεδονία, η ανταπόκριση ήταν αισθητά υψηλότερη, ενώ αλλού τα δεδομένα παραμένουν αποσπασματικά. Αυτό σημαίνει ότι οι 876.885 καταγεγραμμένοι δανεισμοί προσφέρουν μια σημαντική εικόνα της αναγνωστικής κίνησης, όχι όμως ολόκληρη την εικόνα.
Το πρόβλημα δεν είναι απλώς στατιστικό. Αρκετές βιβλιοθήκες ενημέρωσαν τον ΟΣΔΕΛ ότι αδυνατούν να εξαγάγουν τα απαραίτητα στοιχεία από τα συστήματά τους ή ακόμη και να τα αποστείλουν με τον τρόπο που απαιτείται. Σε μια εποχή κατά την οποία η καταγραφή δεδομένων θεωρείται αυτονόητη σχεδόν σε κάθε οργανωμένη υπηρεσία, ένα μέρος του δικτύου των ελληνικών βιβλιοθηκών εξακολουθεί να λειτουργεί με τεχνικούς περιορισμούς που δυσκολεύουν ακόμη και τη μέτρηση της δραστηριότητάς του. Και αυτό έχει συνέπειες που ξεπερνούν μια ετήσια έρευνα. Αν μια βιβλιοθήκη δεν μπορεί να γνωρίζει με ακρίβεια ποια βιβλία δανείζονται περισσότερο, ποιες κατηγορίες αναζητούν οι επισκέπτες της ή πώς μεταβάλλεται η κίνηση από χρονιά σε χρονιά, γίνεται δυσκολότερος και ο προγραμματισμός των επόμενων αγορών, η ανανέωση των συλλογών και η αξιολόγηση των υπηρεσιών που προσφέρει.
Το ζήτημα συνδέεται και με ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό πρόβλημα, τους περιορισμένους πόρους για την αγορά νέων βιβλίων. Ο ΟΣΔΕΛ επισημαίνει ότι πολλές δομές διαθέτουν ελάχιστα χρήματα για τον εμπλουτισμό των συλλογών τους, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σημαντικό κενό στους πιο πρόσφατους τίτλους. Έτσι, ενώ το κοινό δείχνει ότι χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο τον θεσμό, οι δυνατότητες αρκετών βιβλιοθηκών να ανταποκριθούν στη ζήτηση παραμένουν περιορισμένες.
Χρειάζεται, επομένως, κάτι περισσότερο από την καλή διάθεση όσων εργάζονται σε αυτές. Σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα, επαρκές προσωπικό, ενιαίοι τρόποι καταγραφής, ενημερωμένοι ηλεκτρονικοί κατάλογοι και σταθερά κονδύλια για νέες αγορές είναι βασικές προϋποθέσεις ώστε ο δημόσιος δανεισμός να μπορεί να αναπτυχθεί και να καταγραφεί με μεγαλύτερη ακρίβεια.


