article background image

Ζούμε σε στιγμές όπου οι σκιές του πολέμου απλώνονται ξανά πάνω από την ανθρωπότητα. Μετά τις πρόσφατες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια νέα φάση έντασης και αστάθειας. Πόλεμος, συμφέροντα, εξουσία, δύναμη, επικράτηση…

Ένα γεωπολιτικό παιχνίδι που δεν περιορίζεται σε διπλωματικά τραπέζια και στρατιωτικά επιτελεία, αλλά εξαπλώνεται σε κάθε γωνιά της υφηλίου. Και τελικά, αγγίζει βαθιά τις ζωές ανθρώπων που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα συμφέροντα εγωκεντρικών και φιλόδοξων αρχηγών κρατών. Πίσω από κάθε στρατηγικό σχεδιασμό υπάρχουν εκατοντάδες θύματα. Ανθρωποι που έχασαν τη ζωή τους, οικογένειες που θρηνούν αγαπημένα πρόσωπα, κοινότητες που είδαν την περιουσία και τα όνειρά τους να καταστρέφονται.

Σε περιόδους όπως αυτή, πολλές φορές αναζητούμε τρόπους να κατανοήσουμε, να νιώσουμε, να επεξεργαστούμε όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Και εδώ είναι που η έβδομη τέχνη, με τη μοναδική της δύναμη να αφηγείται ανθρώπινες ιστορίες, μπορεί να μας προσφέρει μια γέφυρα ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ενσυναίσθηση.

Μέσα από πολεμικά δράματα που έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια, μπορούμε να δούμε όχι μόνο μάχες και πολέμους, αλλά κυρίως πρόσωπα, στιγμές, απώλειες και επιπτώσεις που υπερβαίνου,ν τα όρια των ειδήσεων. Ταινίες που δεν περιγράφουν μόνο γεγονότα, αλλά συζητούν με τον θεατή για το τί σημαίνει να ζεις υπό τη σκιά του πολέμου, είτε στην πρώτη γραμμή είτε πίσω από αυτήν. 

Η σύγχρονη γερμανική μεταφορά του εμβληματικού αντιπολεμικού μυθιστορήματος «All Quiet on the Western Front» μεταφέρει τον θεατή στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου με ωμότητα που σοκάρει. Ο νεαρός Paul Baumer κατατάσσεται γεμάτος ενθουσιασμό, όμως πολύ γρήγορα η ιδέα της «δόξας» καταρρέει μπροστά στη λάσπη, το αίμα και τον θάνατο. Η ταινία δεν εξιδανικεύει τίποτα. Αντίθετα, αποδομεί την έννοια του ηρωισμού και παρουσιάζει τον πόλεμο ως μια μηχανή που αλέθει ζωές. Η σκοτεινή φωτογραφία, η αποπνικτική ατμόσφαιρα και η σχεδόν μεταλλική μουσική υπόκρουση ενισχύουν το αίσθημα αναπόφευκτης καταστροφής. Το φιλμ απέσπασε τέσσερα Όσκαρ, μεταξύ των οποίων καλύτερης διεθνούς ταινίας, επιβεβαιώνοντας τη δύναμη μιας αφήγησης που, αν και τοποθετημένη έναν αιώνα πριν, μοιάζει τραγικά επίκαιρη.

Η ταινία «Oppenheimer» του Christopher Nolan μετατοπίζει το επίκεντρο από το πεδίο της μάχης στο εργαστήριο και στις αίθουσες εξουσίας. Η ιστορία του J. Robert Oppenheimer, του «πατέρα» της ατομικής βόμβας, γίνεται αφορμή για μια βαθιά εξερεύνηση της σχέσης επιστήμης, φιλοδοξίας και ηθικής ευθύνης. Μέσα από μια σύνθετη, μη γραμμική αφήγηση, η ταινία παρουσιάζει όχι μόνο την κατασκευή του πιο καταστροφικού όπλου στην ιστορία, αλλά και τις προσωπικές και πολιτικές συνέπειες που ακολούθησαν. Η ένταση δεν προκύπτει από εκρήξεις, αλλά από βλέμματα, σιωπές και αποφάσεις που αλλάζουν τον κόσμο. Με επτά Όσκαρ, συμπεριλαμβανομένου καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας, αποτελεί μια υπενθύμιση ότι ο πόλεμος δεν ξεκινά πάντα στο μέτωπο, αλλά συχνά ξεκινά από ένα γραφείο.

Στο «Dunkirk», ο θεατής βιώνει τον πόλεμο ως καθαρή εμπειρία επιβίωσης. Η επιχείρηση εκκένωσης της Δουνκέρκης παρουσιάζεται μέσα από τρεις αλληλένδετες οπτικές — γη, θάλασσα, αέρας — δημιουργώντας μια αδιάκοπη αίσθηση αγωνίας. Οι διάλογοι είναι λιτοί, η ένταση χτίζεται μέσα από τον ήχο, τον ρυθμό και τη σωματική αίσθηση κινδύνου. Η ταινία δεν εστιάζει σε μεγάλους λόγους ή ιδεολογίες, αλλά στον φόβο και στην ανάγκη για σωτηρία. Κέρδισε τρία Όσκαρ σε κατηγορίες τεχνικής και θεωρείται μία από τις πιο καθηλωτικές πολεμικές εμπειρίες της σύγχρονης εποχής.

Το «1917» μετατρέπει μια απλή αποστολή μεταφοράς μηνύματος σε οδύσσεια επιβίωσης. Η ψευδαίσθηση του μονοπλάνου δημιουργεί την αίσθηση ότι ο χρόνος δεν σταματά ποτέ και ότι ο θεατής βαδίζει δίπλα στους στρατιώτες. Κάθε βήμα, κάθε στροφή, κάθε σιωπή μπορεί να είναι μοιραία. Πέρα από την τεχνική αρτιότητα, η ταινία αναδεικνύει τη μοναξιά και το βάρος της ευθύνης σε καιρό πολέμου. Με τρία Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα καλύτερης δραματικής ταινίας, αποτελεί συνδυασμό κινηματογραφικής δεξιοτεχνίας και βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης.

Το «Warfare» μεταφέρει τον θεατή σε σύγχρονα πεδία μάχης, εστιάζοντας σε επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων και στην ψυχολογική φθορά των στρατιωτών. Δεν πρόκειται απλώς για ταινία δράσης, είναι μια μελέτη πάνω στην έννοια του καθήκοντος, της πίστης στην αποστολή και των εσωτερικών ρωγμών που δημιουργεί η διαρκής έκθεση στη βία. Ο ρεαλισμός και η ωμή απεικόνιση των συγκρούσεων εντείνουν το αίσθημα αβεβαιότητας. Η ταινία έχει ήδη ξεχωρίσει για την αυθεντικότητα και τη σύγχρονη ματιά της πάνω στον πόλεμο του 21ου αιώνα.

Ο Spike Lee στο «Da 5 Bloods» συνδυάζει πολεμική αφήγηση και πολιτικό σχόλιο, ακολουθώντας τέσσερις βετεράνους του Βιετνάμ που επιστρέφουν στον τόπο του τραύματός τους. Η ταινία εξετάζει τη μνήμη, τον ρατσισμό, την προδοσία και την αίσθηση εγκατάλειψης που βίωσαν πολλοί στρατιώτες. Μέσα από παρελθόν και παρόν, αναδεικνύει πως ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν σταματούν οι πυροβολισμοί. Η υποψηφιότητα για Όσκαρ και η ευρεία κριτική αναγνώριση επιβεβαίωσαν τη σημασία της ως κοινωνικού και καλλιτεχνικού έργου.

Το «Darkest Hour» επικεντρώνεται σε μια διαφορετική πτυχή του πολέμου, τη δύναμη της πολιτικής απόφασης. Στις πρώτες εβδομάδες της πρωθυπουργίας του, ο Winston Churchill καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε διαπραγμάτευση και αντίσταση. Η ταινία εστιάζει στον λόγο, στη ρητορική και στο βάρος της ιστορικής ευθύνης. Η ερμηνεία του Gary Oldman, που του χάρισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, δίνει ανθρώπινη διάσταση σ' έναν εμβληματικό ηγέτη. Εδώ, ο πόλεμος δεν διεξάγεται με όπλα, αλλά με λέξεις που μπορούν να καθορίσουν την τύχη ενός έθνους.

Όσον αφορά, τον ελληνικό κινηματογράφο, η ταινία «Το Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά και συγκινητικά ελληνικά πολεμικά δράματα των τελευταίων ετών. Βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, αφηγείται την ιστορία των 200 Ελλήνων κομμουνιστών κρατουμένων που εκτελέστηκαν από τα ναζιστικά στρατεύματα την 1η Μαΐου 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ως αντίποινα για τη δολοφονία Γερμανού στρατηγού από την Αντίσταση.

Η ταινία εστιάζει ιδιαίτερα στη μορφή του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, του διερμηνέα του στρατοπέδου, ο οποίος καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη δική του σωτηρία και στην αλληλεγγύη προς τους συντρόφους του. Ο σκηνοθέτης αποφεύγει τις υπερβολές και τις εύκολες ηρωοποιήσεις. Επιλέγει μια λιτή, ανθρώπινη αφήγηση που αναδεικνύει την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα και το βάρος της συνείδησης μπροστά στον θάνατο. Η ταινία απέσπασε θετικές κριτικές και τιμήθηκε με βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ενώ ξεχώρισε για την ιστορική της ευαισθησία και τη συναισθηματική της δύναμη. 

Σε εποχές γεωπολιτικής αστάθειας, οι ταινίες μέ θέμα τον πόλεμο και την εξουσία μάς καλούν ν' αναλογιστούμε το ανθρώπινο κόστος και ν' αναρωτηθούμε ποιος τελικά πληρώνει το τίμημα της ισχύος. Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη αυτών των ταινιών δεν βρίσκεται στις σκηνές μάχης, αλλά στους προβληματισμούς που αφήνουν όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους.