Εθνική Λυρική: Παρουσιάζει το εμβληματικό αριστούργημα «Άννα Μπολένα» του Γκαετάνο Ντονιτσέττι
🕛 χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει μια νέα συναρπαστική παραγωγή της Άννας Μπολένα, σε μουσική διεύθυνση Ζακ Λακόμπ και σκηνοθεσία Θέμελη Γλυνάτση, από τις 26 Μαρτίου και για έξι παραστάσεις στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της ΕΛΣ στο ΚΠΙΣΝ.
Στο πλαίσιο του θεματικού άξονα 2025/26 της ΕΛΣ «Η όπερα του μέλλοντος από τη μήτρα του παρελθόντος», το εμβληματικό αριστούργημα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι φέρνει σε δημιουργικό διάλογο τα ιστορικά κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη με το νέο σκηνικό κόσμο που δημιουργεί ο Λέσλι Τράβερς. Στον ρόλο του τίτλου ντεμπουτάρει η νεαρή υψίφωνος Μαρία Κοσοβίτσα.
Η Άννα Μπολένα είναι ένα σπάνιο ορόσημο του ιταλικού ρομαντικού ρεπερτορίου, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση του μπελ κάντο από πεδίο φωνητικής επίδειξης σε ουσιαστικό δραματουργικό εργαλείο. Η παγκόσμια πρεμιέρα του έργου δόθηκε με τεράστια επιτυχία στις 26 Δεκεμβρίου 1830 στο Θέατρο Κάρκανο στο Μιλάνο και αποτέλεσε την πρώτη διεθνή επιτυχία του Ντονιτσέττι, αφού αμέσως μετά το Μιλάνο το έργο παρουσιάστηκε σε όλο τον κόσμο.

Πρόκειται για δραματική ιστορία με πάθη, πολιτικές δολοπλοκίες και προδοσίες η οποία, σε συνδυασμό με τη μοναδικής έμπνευσης και ευαισθησίας μουσική σύνθεση, ξετυλίγει συναρπαστικά τους χαρακτήρες των ηρώων, ιδιαίτερα της Άννας. Το λιμπρέτο του Φελίτσε Ρομάνι αφηγείται τις τελευταίες ημέρες της βασίλισσας στην αυλή του Ερρίκου Η΄. Όταν ο βασιλιάς στρέφει το ενδιαφέρον του στην Τζοβάννα Σεϋμούρ, προμηνύεται η πτώση της Άννας. Η επανεμφάνιση του παλιού της έρωτα, του λόρδου Περσύ, και η άτυχη παρέμβαση του νεαρού Σμέτον δίνουν στον Ερρίκο το πρόσχημα να την κατηγορήσει για μοιχεία, με αποτέλεσμα τη σύλληψή της.
Στον Πύργο του Λονδίνου, η Άννα αρνείται να ομολογήσει παρά τις προτροπές της Τζοβάννας και τις θυσίες του Περσύ και του Σμέτον, και λίγο πριν την εκτέλεσή της παραληρεί, αναπολεί το παρελθόν, συγχωρεί τους εχθρούς της και οδηγείται στο ικρίωμα, ενώ ταυτόχρονα αναγγέλλεται ο γάμος του βασιλιά με τη Σεϋμούρ.
Η Άννα Μπολένα δεν αφηγείται απλώς μια ιστορική πτώση, αλλά φωτίζει διαχρονικά ζητήματα εξουσίας, δημόσιας εικόνας και προσωπικής ευθραυστότητας, αναδεικνύοντας τη φωνή ως χώρο εσωτερικής σύγκρουσης και μνήμης. Μέσα από τη μουσική και τη δραματουργία, η αριστουργηματική αυτή όπερα προσφέρει στο σύγχρονο κοινό τη δυνατότητα να αναστοχαστεί πάνω στη σχέση ατόμου και συστήματος, καθιστώντας την κάθε νέα παρουσίασή της μια ζωντανή και επίκαιρη καλλιτεχνική πράξη.
Μαρία Κάλλας
Η Άννα Μπολένα, η οποία αποτελεί μέρος της «Τριλογίας των Τυδόρ» γράφτηκε από τον Ντονιτσέττι μέσα σε έναν μήνα, ενώ μετά την πρώτη παρουσίασή της παρέμεινε δημοφιλής για περίπου πενήντα χρόνια. Μετά από ένα μεγάλο διάστημα λήθης, επανήλθε στο ρεπερτόριο τη δεκαετία του 1950, κυρίως χάρη στην ερμηνεία της Μαρίας Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνου το 1957, η οποία άνοιξε τον δρόμο για την αναβίωση και άλλων «ξεχασμένων» έργων του μπελ κάντο.
Η προσέγγιση της Κάλλας στον ρόλο, η οποία συνδυάζει τη φωνητική δεξιοτεχνία του μπελ κάντο με την έντονη τραγική εκφραστικότητα, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα υπόδειγμα ερμηνείας του ρόλου, ενώ η ζωντανή ηχογράφηση του έργου θεωρείται ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τη συγκεκριμένη όπερα και ένα σημείο αναφοράς για τον ρόλο.
Σκηνοθετική προσέγγιση
Ο σκηνοθέτης της παράστασης Θέμελης Γλυνάτσης, μετά την εξαιρετικά επιτυχημένη του σκηνοθεσία στον Πύργο του Κυανοπώγωνα του Μπέλα Μπάρτοκ, προσεγγίζει την Άννα Μπολένα όχι ως μνημείο προς αναπαράσταση αλλά ως υλικό προς αποδόμηση, θέτοντας στο κέντρο το ερώτημα πώς και με ποιους όρους ένα έργο του 19ου αιώνα μπορεί να σταθεί σήμερα χωρίς να μετατραπεί σε μουσειακό αντικείμενο. Η Άννα Μπολένα μετατρέπει μια βαθιά βίαιη ιστορική περίοδο σε αστικό μελόδραμα, όπου η πολιτική σύγκρουση και η κρατική βία υποχωρούν προς όφελος μιας ερωτικής ιστορίας «που στόχο έχει την υπερβατική συγκίνηση που αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα: ένας ισχυρός άνδρας, μια σύζυγος-θύμα, μια αντίζηλος, ένας ξεχασμένος έρωτας».
Η δραματουργία επιτρέπει στο κοινό να συγκινηθεί χωρίς να έρθει αντιμέτωπο με τις συνθήκες που παρήγαγαν αυτή τη συγκίνηση. Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, η σκηνοθεσία του Γλυνάτση δεν επιχειρεί να «διασώσει» το έργο ούτε να το εκσυγχρονίσει επιφανειακά, αλλά να θέσει στο κέντρο της προσοχής τον τρόπο που μπορεί να τοποθετηθεί κανείς απέναντί του, χωρίς να το μετατρέψει σε μουσειακό αντικείμενο. Όπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, «πυρήνας της δραματουργίας, αλλά και ολόκληρης της αισθητικής της παράστασης, είναι οι συγκρούσεις διαφορετικών εκδοχών ιστορικότητας: της ρομαντικής, και ιστορικά ανακριβούς, αποτύπωσης των τελευταίων ημερών της Αν Μπολέυν από τον συνθέτη, των κοστουμιών του Νίκου Γεωργιάδη για την παρουσίαση του έργου το 1976 στην ΕΛΣ και της δικής μας ιστορικής αντίληψης. Τα κοστούμια του Γεωργιάδη αναβιώνουν μισό αιώνα μετά μέσα σε έναν καινούριο, τολμηρό σκηνικό χώρο, ο οποίος εικονοποιεί την τεταμένη ισορροπία μεταξύ ιστορικής αυθεντικότητας και σύγχρονης εμπειρίας.
Οι ιστορικοί χαρακτήρες της Αγγλίας του 16ου αιώνα, τα κοστούμια του Γεωργιάδη, η ιστορία της ίδιας της ΕΛΣ, αλλά και τα δικά μας ιστορικά αντανακλαστικά, γίνονται υλικά που θα πλάσουν ένα σύγχρονο και έντονο παραστασιακό παρόν σε συνεχή διάλογο με το παρελθόν. Σκηνικό και κοστούμια μεταλλάσσονται μπροστά στα μάτια των θεατών, δραματοποιώντας τη σύγκρουση μιας σαγηνευτικής αυθεντικότητας με μια σύγχρονη εικαστική χειρονομία αποκάλυψης των μηχανισμών εξουσίας και καταπίεσης που η σαγήνη αυτή συχνά κρύβει. Η καινούρια Μπολένα της ΕΛΣ δεν εστιάζει μόνο στις τραγικές σχέσεις των χαρακτήρων, αλλά εξερευνά και τη φυλάκισή τους από την ίδια τους την ιστορία, τα ρούχα τους, τον χώρο που κατοικούν, αλλά και από τις δικές μας φαντασιώσεις για το παρελθόν. Επιδιώκει, τέλος, να τους συντροφεύσει στη μελαγχολική προσπάθειά τους να βιώσουν μια φευγαλέα εμπειρία συναισθηματικής αλήθειας και προσωπικής ελευθερίας. Να γίνουν δηλαδή σύγχρονοι».
Το σκηνικό οργανώνεται ως αρχειακό οικοσύστημα, όπου η Α΄ Πράξη ισορροπεί ανάμεσα στην επίκληση της ιστορικής πιστότητας και την αποκάλυψη της ιστορίας ως αντιγράφου, ενώ στη Β΄ Πράξη ο χώρος μετατρέπεται σε μουσείο, όπου αντικείμενα και πρόσωπα εκτίθενται ως τεκμήρια μιας παγιωμένης αφήγησης. Παράλληλα, το ηχητικό περιβάλλον που δημιουργείται για την παράσταση λειτουργεί ως αρχειακή παρέμβαση που διακόπτει την αυτάρκεια του μπελ κάντο, φέρνοντας στο προσκήνιο τη βία που το έργο έχει αισθητικοποιήσει. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σκηνή της τρέλας, όπου η φωνητική ακρότητα εκτίθεται ως θέαμα και η γυναικεία φωνή ως πεδίο φετιχοποίησης. «Η ιστορία δεν είναι ένα κλειστό αφήγημα προς αναπαράσταση, αλλά ένας ζωντανός μηχανισμός που μας διαμορφώνει», επισημαίνει ο σκηνοθέτης, προτείνοντας μια παράσταση που δεν αναπαριστά απλώς το παρελθόν, αλλά δοκιμάζει τα όρια της δικής μας σχέσης μαζί του.
Ο βραβευμένος και διεθνώς καταξιωμένος Βρετανός σκηνογράφος Λέσλι Τράβερς, με τη δουλειά του οποίου το κοινό της ΕΛΣ είχε την ευκαιρία να έρθ ει σε επαφή στις παραγωγές Ο πύργος του Κυανοπώγωνα και Καβαλλερία ρουστικάνα / Παλιάτσοι, δημιουργεί έναν χώρο όπου το παρελθόν και η μνήμη λειτουργούν ως ζωντανά αρχειακά στοιχεία. Αντίστοιχα, η Νίκη Ψυχογιού και ο Θέμελης Γλυνάτσης, παίρνοντας ως αφετηρία τα ιστορικά –ηλικίας πενήντα ετών ήδη– κοστούμια του Νίκου Γεωργιάδη, από τη θρυλική παραγωγή του Ντίνου Γιαννόπουλου, δημιουργούν έναν νέο ενδυματολογικό κόσμο, αναδεικνύοντάς τα ως ενεργά δραματουργικά στοιχεία. Την κινησιολογία της παράστασης έχει αναλάβει η Κατερίνα Γεβετζή, τους φωτισμούς ο Χάουαρντ Χάντσον και την επιμέλεια ήχου ο Θάνος Πολυμενέας-Λιοντήρης.
Την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής διευθύνει ο διεθνώς καταξιωμένος αρχιμουσικός Ζακ Λακόμπ, στην τρίτη του συνεργασία με την ΕΛΣ, μετά την Μποέμ και τον Βέρθερο. Ο Λακόμπ, με εμπειρία σε έργα του Γκαετάνο Ντονιτσέττι, έχει διατελέσει στο παρελθόν αρχιμουσικός της Όπερας της Βόννης στη Γερμανία, μουσικός διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Νιου Τζέρσεϋ, καθώς και της Συμφωνικής Ορχήστρας της Μυλούζης στη Γαλλία. Έχει συνεργαστεί με πολλές σπουδαίες όπερες, όπως τη Βασιλική Όπερα Λονδίνου, τη Μητροπολιτική Όπερα Νέας Υόρκης, τη Γερμανική Όπερα Βερολίνου, την Κρατική Όπερα Βαυαρίας, το Βασιλικό Θέατρο Τορίνου, την Εθνική Όπερα Ρήνου, καθώς και όπερες σε Μασσαλία, Μονακό, Νανσύ, Νίκαια, Σεβίλλη και Σαιντ-Ετιέν. Τη Χορωδία της ΕΛΣ έχει προετοιμάσει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.
Εξαιρετικό καστ Ελλήνων πρωταγωνιστών
Για την Άννα Μπολένα η Εθνική Λυρική Σκηνή έχει εξασφαλίσει ένα εξαιρετικό καστ καταξιωμένων αλλά και νεότερων Ελλήνων πρωταγωνιστών, υπογραμμίζοντας τον ουσιαστικό ρόλο της ΕΛΣ στην ενίσχυση και ανάδειξη του εγχώριου λυρικού δυναμικού.
Αφού εντυπωσίασε κοινό και κριτικούς ως Λιου στην Τουραντότ το καλοκαίρι του 2025 στο Ηρώδειο, η ανερχόμενη Ελληνίδα σοπράνο Μαρία Κοσοβίτσα πραγματοποιεί το ντεμπούτο της στον ιδιαίτερα απαιτητικό φωνητικά ρόλο της Άννας Μπολένα. Το 2024 επιλέχθηκε από την Ακαδημία Βέρντι του Βασιλικού Θεάτρου Πάρμας. Την ίδια χρονιά κέρδισε το δεύτερο βραβείο στον Διεθνή διαγωνισμό όπερας «Βερντιανές φωνές» και πρωτοεμφανίστηκε ως Λεονόρα στον Τροβατόρε του Βέρντι στο Θέατρο Μαντσινέλλι στο Ορβιέτο της Ιταλίας. Το 2025 επιλέχθηκε από το Βασιλικό Θέατρο της Πάρμας ως αντικαταστάτρια για τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην όπερα Ιωάννα της Λωρραίνης του Βέρντι, καθώς και για τον ρόλο της Δυσδαιμόνας στον Οθέλλο του Βέρντι. Με την Εθνική Λυρική Σκηνή, εκτός από το ντεμπούτο της Τουραντότ, εμφανίστηκε ως σολίστ στην τελετή απονομής στα Διεθνή Βραβεία Όπερας 2025.
Στον ρόλο του Ερρίκου Η΄ ο διακεκριμένος βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς, έχει ερμηνεύσει μερικούς από τους σημαντικότερους ρόλους του ρεπερτορίου όπως Μεφιστοφελής (Φάουστ), Ζαράστρο (Ο μαγικός αυλός), Οσμίν (Η απαγωγή από το σεράι), Βασιλιάς Χάινριχ (Λόενγκριν), Ντάλαντ (Ο ιπτάμενος Ολλανδός), Χούντινγκ (Η Βαλκυρία), Ζαχαρίας (Ναμπούκκο), Φιέσκο (Σιμόν Μποκκανέγκρα), Μπάνκο (Μάκβεθ), Σπαραφουτσίλε (Ριγολέττος), Παγκάνο (Οι Λομβαρδοί στην πρώτη σταυροφορία), Τέσσερις κακοί (Τα παραμύθια του Χόφμαν), Ντον Μπαζίλιο (Ο κουρέας της Σεβίλλης), Αλιντόρο (Η Σταχτοπούτα), Κολλίνε (Μποέμ), Βόντνικ (Ρούσαλκα), Κόμης Ντε Γκριέ (Μανόν), μεταξύ άλλων, σε Εθνική Λυρική Σκηνή, Βασιλική Όπερα Λονδίνου, Όπερα Κιέλου, Εθνική Όπερα Oυαλίας, Όπερα Μπιλμπάο, Ισραηλινή Όπερα, Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου.
Στον ρόλο της Τζοβάννας Σεϋμούρ η αναγνωρισμένη μεσόφωνος Μιράντα Μακρυνιώτη. Γνώριμη της ΕΛΣ, η Μακρυνιώτη έχει ερμηνεύσει ρόλους όπως Αννίνα (Τραβιάτα), Πνεύμα (Ο θρύλος του παλαιού ναυτικού του Σοφιανόπουλου), Αρικία (Η απελευθέρωση του Θησέα του Μιγιώ), Δεύτερο αγόρι (Ο μαγικός αυλός), Μυρσούδα (Η φόνισσα του Γιώργου Κουμεντάκη), Φράντικ (Η πονηρή αλεπουδίτσα) κ.ά.
Ο διαπρεπής τενόρος της ΕΛΣ Γιάννης Χριστόπουλος ερμηνεύει τον ρόλο του Λόρδου Ρικκάρντο Περσύ, o βαθύφωνος Γιάννης Γιαννίσης τον Λόρδο Ροσφόρ, η μεσόφωνος Διαμάντη Κριτσωτάκη τον Σμέτον και ο τενόρος Μάνος Κοκκώνης τον Σερ Χέρβυ.
Πόλεμος διαρκείας: «Έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ, θα βομβαρδίσουμε όποιο πλοίο πάει να περάσει» λέει το Ιράν - Βομβαρδισμοί σε Τεχεράνη και Βηρυτό
Δύο προσαγωγές για κατασκοπεία στη Σούδα - Η ΕΥΠ κατάσχεσε ψηφιακό υλικό
NBC: Πώς το Ιράν «έκαψε» τη διπλωματική λύση - Ο καυγάς Αραγτσί - Γουίτκοφ στη Γενεύη πριν από την επίθεση
Πόλεμος και εξουσία: Όταν η Ιστορία γράφεται με αίμα και η έβδομη τέχνη θυμίζει το κόστος
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



