Η Λέξι είναι η πρώτη τετράποδη «κινηματογραφίστρια» και καταγράφει το τέλος του Τρίτου Ράιχ
Ένα πρωτοποριακό κινηματογραφικό πείραμα μεταφέρει το κοινό στο εσωτερικό του καταφυγίου του Χίτλερ, μέσα από τα μάτια του αγαπημένου του σκύλου🕛 χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Γνωρίστε τη Λέξι, την πρώτη τετράποδη «κινηματογραφίστρια» στον κόσμο. Μια νέα ταινία με τίτλο «Blondi» μεταφέρει το κοινό στο εσωτερικό του καταφυγίου του Φύρερ κατά τις τελευταίες, εφιαλτικές ημέρες του Τρίτου Ράιχ, μέσα από την οπτική γωνία του αγαπημένου του σκύλου.
Στη νέα ταινία μικρού μήκους «Blondi», το σκηνοθετικό δίδυμο των Τζακ Σαλβαδόρι και Πάμπλο Άλβαρεζ-Χόρνια επιχειρεί ένα πρωτοποριακό κινηματογραφικό πείραμα, μεταφέροντας το κοινό στο εσωτερικό του καταφυγίου του Χίτλερ, μέσα από την απόλυτα αθώα αλλά και αποκαλυπτική οπτική γωνία του αγαπημένου του σκύλου, ένα θηλυκό γερμανικό ποιμενικό.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Guardian, όταν ο Μπένεντικτ Μόρισον, διοργανωτής του Φεστιβάλ Κωμωδίας του Λονδίνου, ανέβηκε στη σκηνή κινηματογράφου στο Μπρίξτον νωρίτερα αυτόν το μήνα για να παρουσιάσει την πρεμιέρα του «Blondi» -της νέας ταινίας για τις ύστατες στιγμές του Τρίτου Ράιχ- το έκανε με ιδιαίτερο στυλ. Κάλεσε το κοινό να φανταστεί το εξής σκηνικό: βρισκόμαστε στο 1924 και ο Φ. Β. Μούρναου μόλις έχει προσαρμόσει μια κινηματογραφική κάμερα σε ένα ποδήλατο, εφευρίσκοντας την υποκειμενική λήψη (POV). Το αποτέλεσμα ήταν η ταινία «The Last Laugh» (Ο Τελευταίος Άνθρωπος), η οποία αποτύπωσε την αβεβαιότητα της ζωής στη μεσοπολεμική Γερμανία με τόσο καθηλωτική ακρίβεια, ώστε προανήγγειλε τα όσα θα ακολουθούσαν την επόμενη δεκαετία, φέροντας παράλληλα επανάσταση στην έβδομη τέχνη.

Για τις ανάγκες του «Blondi», που γυρίστηκε 100 χρόνια αργότερα, η κάμερα στερεώθηκε στην πλάτη ενός σκύλου. Η Λέξι, ένα γερμανικό ποιμενικό μόλις επτά μηνών, είναι ταυτόχρονα η πρωταγωνίστρια -ενσαρκώνοντας τον τελευταίο και ίσως πιο διάσημο σκύλο στην ιστορία της γεωπολιτικής– αλλά και η συν-διευθύντρια φωτογραφίας (ή κινηματογραφίστρια, αν προτιμάτε, όπως σίγουρα κάνουν ο παραγωγός της ταινίας Πάμπλο Άλβαρεζ-Χόρνια και ο συν-σκηνοθέτης Τζακ Σαλβαδόρι). Το αποτέλεσμα προσφέρει μια πρωτότυπη κινηματογραφική εμπειρία.
Τα απρόοπτα στοιχεία της καταγραφής
Αν και οι απότομες εναλλαγές του ρυθμού και οι ασυνήθιστες γωνίες λήψης προκαλούν ενίοτε μια ελαφριά ζάλη, η επιλογή αυτή είναι συνειδητή. «Ορισμένες καταστάσεις οφείλουν να προκαλούν δυσφορία», λέει ο Alvarez-Hornia, «και, κατά κάποιον τρόπο, το αποτέλεσμα έπρεπε να είναι πιο ακατέργαστο, σκληρό και αποκρουστικό για να αποδώσει».
Σε ολόκληρη την ταινία, το κάδρο πλαισιώνεται από τα δύο ανασηκωμένα αυτιά της Λέξι. Ο Σαλβαδόρι γοητεύεται κυρίως από τα απρόοπτα στοιχεία της καταγραφής: «Το τρέμουλο της εικόνας, για παράδειγμα, είναι κάτι που δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό μου. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θέλησα να εμπιστευτώ τυφλά τον σκύλο σε αυτό το εγχείρημα, καθώς επιδίωκα να αντικρίσω μια εντελώς διαφορετική δημιουργική προσέγγιση». Ο 29χρονος Ιταλός σκηνοθέτης γνώρισε τον 27χρονο Ισπανό παραγωγό Άλβαρεζ-Χόρνια στις Κάννες πριν από έξι χρόνια, έχοντας σπουδάσει και οι δύο κινηματογράφο στο Λονδίνο.
Ο Σαλβαδόρι ανέκαθεν αγαπούσε τα σκυλιά. Αντίθετα, ο Άλβαρεζ-Χόρνια είναι αλλεργικός, αλλά δηλώνει «πρόθυμος να θυσιάσει ένα μικρό κομμάτι της υγείας του, προκειμένου να γίνει πραγματικότητα αυτή η ταινία». Η πρεμιέρα της ταινίας μικρού μήκους συνοδεύτηκε από ένα παρασκηνιακό ντοκιμαντέρ, το οποίο ήταν εξαιρετικά διασκεδαστικό -κάτι μεταξύ κωμωδίας και απόλυτου χάους- καθώς, πέρα από το πειραματικό σκηνοθετικό εύρημα, τίποτα στην παραγωγή αυτή δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συμβατικό. Για παράδειγμα, τα γυρίσματα έγιναν χωρίς καμία επίσημη άδεια. Πίσω από κάθε σκηνή κρυβόταν μια ομάδα που προσπαθούσε πυρετωδώς να μετατρέψει ένα δωμάτιο ξενοδοχείων ή το Senate House του Λονδίνου σε ναζιστικό κυβερνητικό γραφείο της δεκαετίας του 1940, με τον διαρκή φόβο να μην γίνει αντιληπτή από το προσωπικό ασφαλείας. Ωστόσο, η ίδια η ταινία κάθε άλλο παρά αστεία είναι.

Από το 1941, όταν δωρίστηκε στον Χίτλερ από τον γραμματέα του ναζιστικού κόμματος Μάρτιν Μπόρμαν, η Μπλόντι μετατράπηκε σε ισχυρό εργαλείο προπαγάνδας, προκειμένου να προβληθεί η υποτιθέμενη φιλοζωία του Φύρερ. Επρόκειτο για ένα ζώο-σύμβολο που χρησιμοποιήθηκε για λόγους επικοινωνίας και επιβολής της κοινωνικής συμμόρφωσης, πολύ πριν εμφανιστεί ο όρος «συναισθηματική υποστήριξη».
Εκείνη την εποχή, οι Γερμανοί πολίτες επέλεγαν σκυλιά που έμοιαζαν με τη Μπλόντι για να επιδείξουν τη νομιμοφροσύνη τους στο καθεστώς, ενώ υπήρχαν καταγγελίες στη Γκεστάπο για όσους δεν έδειχναν τον απαιτούμενο ζήλο προς τη συγκεκριμένη ράτσα των λυκόσκυλων Αλσατίας. Την προηγούμενη του θανάτου του Χίτλερ, τον Απρίλιο του 1945, η Μπλόντι πρόσφερε την τελευταία της υπηρεσία, καταπίνοντας μια κάψουλα κυανίου για να δοκιμαστεί η αποτελεσματικότητά της. Βέβαια, η λέξη «υπηρεσία» είναι μάλλον αδόκιμη, καθώς, όπως επισημαίνει ο Άλβαρεζ-Χόρνια, «η Μπλόντι στην ταινία ενσαρκώνει το απόλυτα αθώο ον· στερείται συνείδησης, δεν έχει ιδεολογία ούτε την παραμικρή ικανότητα για ηθική κρίση». Η ταινία αποτυπώνει τις τελευταίες στιγμές του Τρίτου Ράιχ, με τους στρατηγούς να μεταφέρουν έντρομοι τα δυσμενή νέα στον Χίτλερ, ενώ η τυφλή υποταγή τους, ανίκανη να αλλάξει την πορεία του πολέμου, τους εγκλωβίζει τελικά στο στενό περιβάλλον του καταφυγίου.
Το σενάριο φέρει την υπογραφή του Πίτερ Γκρίναγουεϊ. «Ήταν ανέκαθεν ένας από τους μεγάλους μου ήρωες στον κινηματογράφο», αναφέρει ο Σαλβαδόρι, «και κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών για το Blondi, ανακάλυψα τυχαία ότι ο Γκρίναγουεϊ είχε γράψει ένα διήγημα για εκείνη. Έσπευσα αμέσως στη βιβλιοθήκη για να το εντοπίσω και διαπίστωσα ότι ξεχείλιζε από σπιρτάδα και ιδιοφυΐα».
Ο Γκρίναγουεϊ δέχτηκε να μετατρέψει το κείμενο σε σενάριο, ανταποκρινόμενος στην προσέγγιση του νεαρού δημιουργού. Παράλληλα, ο βραβευμένος διευθυντής φωτογραφίας Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον συνέβαλε με τις συμβουλές του, παροτρύνοντας τον Σαλβαδόρι να αποφύγει τα επαγγελματικά εκπαιδευμένα ζώα: «βρες απλώς ένα κανονικό σκυλί που να αντιδρά σαν πραγματικός σκύλος». Όπως παραδέχεται ο Σαλβαδόρι, είχε «απόλυτο δίκιο».

Κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ποιος θα εμφανιζόταν στο τελικό μοντάζ
Κατά τη διαδικασία του κάστινγκ, οι δύο δημιουργοί ξεκαθάρισαν εξ αρχής στους ηθοποιούς ότι κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ποιος θα εμφανιζόταν τελικά στο τελικό μοντάζ, καθώς αυτό θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από το πού θα έστρεφε το βλέμμα της η Λέξι. «Δεν χρειαζόταν να απασχολούνται καθόλου με την παρουσία της κάμερας», εξηγεί ο Σαλβαδόρι, «με αποτέλεσμα η διαδικασία να θυμίζει περισσότερο θεατρική παράσταση, όπου οι ηθοποιοί αφέθηκαν απλώς στην αλληλεπίδρασή τους». Αυτός ο όρος -η έλλειψη εγγύησης για τον χρόνο συμμετοχής στην οθόνη- περιόρισε τις επιλογές των ηθοποιών, αλλά ταυτόχρονα διαμόρφωσε την ατμόσφαιρα του έργου με έναν απόλυτα ταιριαστό τρόπο.
«Όλοι αυτοί οι στρατηγοί του Χίτλερ», σημειώνει ο Άλβαρεζ-Χόρνια, «προσπαθούσαν διαρκώς να προσελκύσουν τον σκύλο για να κερδίσουν το βλέμμα του, γνωρίζοντας καλά ότι όποιος είχε την προσοχή του ζώου, εξασφάλιζε και την εύνοια του Χίτλερ. Ταυτόχρονα όμως, έπρεπε να ανταγωνιστούν το ίδιο το τετράποδο για την προσοχή του αρχηγού τους, γεγονός που αναπαρήγαγε με έναν τρόπο εκείνο το κλίμα βαθιάς ανασφάλειας».
Αναδεικνύεται έτσι η ταπείνωση του να αποτελείς μέλος μιας φασιστικής αίρεσης θανάτου τις στιγμές της κατάρρευσης: μια ολοκληρωτική εκμηδένιση της προσωπικότητας που οδηγεί στην υποταγή απέναντι σε ένα ζώο, όπως αποτυπώνεται σε μια χαρακτηριστική σκηνή όπου ένας στρατιώτης διεκδικεί μανιωδώς και στα κρυφά ένα κομμάτι κρέας από τη Μπλόντι.
«Επιδίωξα να νιώσω και ο ίδιος συγκίνηση», εξομολογείται ο Σαλβαδόρι. «Για μια φορά, ήθελα να λειτουργήσω ως απλός θεατής και όχι αποκλειστικά ως σκηνοθέτης». Η εύρεση του κατάλληλου ηθοποιού για τον ρόλο του Φύρερ αποδείχθηκε άλλη μία πρόκληση, αν και, όπως προσθέτει ο ίδιος, «περιέργως, στη Βρετανία όλοι οι ηθοποιοί επιθυμούν να ενσαρκώσουν τον Χίτλερ. Προφανώς θεωρείται καλό διαπιστευτήριο για το βιογραφικό σου να υποδύεσαι έναν τόσο εμβληματικό κακό». Ωστόσο, πρόθεση τόσο του ίδιου όσο και του παραγωγού ήταν να βρεθεί ένας γερμανόφωνος ηθοποιός, όμως «οι Γερμανοί ηθοποιοί αρνούνται κατηγορηματικά να υποδυθούν τον Φύρερ. Αντιμετωπίσαμε τεράστια δυσκολία να εντοπίσουμε κάποιον που όχι μόνο θα απέδιδε σωστά τον λόγο, αλλά θα ανέπτυσσε και μια αυθεντική επαφή με τον σκύλο». Τελικά, εντόπισαν τον Νικόλα Πεντρότσι -ο οποίος δεν έχει εξωτερική ομοιότητα με τον Χίτλερ, αλλά αποπνέει αυτή τη γεμάτη ένταση και απαιτήσεις ψυχρότητα- κατά τη διάρκεια μιας πεζοπορίας σε ένα ελβετικό βουνό.
Η ανάγκη «να συντονιστεί ο ηθοποιός με τον σκύλο»
Η ανάγκη «να συντονιστεί ο ηθοποιός με τον σκύλο» δεν αποτελεί σχήμα λόγου. Ολόκληρο το εγχείρημα βασίζεται σε ένα ζώο που αντιλαμβάνεται πλήρως την ατμόσφαιρα του περιβάλλοντός του. «Δεν υπάρχουν κωμικά στοιχεία ή προετοιμασμένα αστεία», διευκρινίζει ο Σαλβαδόρι. «Το ιδιαίτερο χιούμορ που επιδιώξαμε πηγάζει αποκλειστικά από την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια τόσο αποτρόπαια κατάσταση μέσα από αυτή την πρωτόγνωρη οπτική γωνία. Ωστόσο, δεν υπάρχει τίποτα που να προκαλεί το γέλιο. Βρίσκονται εγκλωβισμένοι στο καταφύγιο και κανείς δεν είναι χαρούμενος, ούτε καν ο σκύλος. Τα ζώα έχουν την ικανότητα να απορροφούν την ενέργεια του περιβάλλοντος».
Το γεγονός ότι η παραγωγή δεν διέθετε άδεια για τα γυρίσματα επέτεινε το αίσθημα της αγωνίας και της κλειστοφοβίας. Είναι αδύνατον να μην νιώσει κανείς οίκτο για ένα ζώο που βίωνε τη ζοφερή ατμόσφαιρα, την ανία και την απογοήτευση της ναζιστικής ήττας, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι συνέβαινε γύρω του.
Το επόμενο project του σκηνοθετικού διδύμου είναι μια ταινία μεγάλου μήκους που διαδραματίζεται σε μια αποικιακού στυλ έπαυλη στη Νότια Αμερική. Η πλοκή περιστρέφεται γύρω από «έναν εξόριστο Ναζί που ζει σε καθεστώς απόλυτης απομόνωσης, έχοντας συντροφιά μόνο το υπηρετικό προσωπικό και έναν σκύλο, μέχρι τη στιγμή που η καθημερινότητά του αποδιοργανώνεται πλήρως και αναγκάζεται να διαφύγει στη ζούγκλα». Αυτή η ταινία, όπως καταλήγει ο Σαλβαδόρι, θα γυριστεί με σαφώς πιο συμβατικό τρόπο και με λιγότερο άγχος. «Ήταν αδύνατον να εκχωρήσω μεγαλύτερο μέρος του σκηνοθετικού ελέγχου από ό,τι έκανα όταν παρέδωσα την κάμερα στα χέρια ενός σκύλου».
Γεωπολιτικό αλαλούμ: Ο Τραμπ στέλνει 5.000 στρατιώτες στην Πολωνία και προκαλεί σύγχυση στην Ευρώπη
Χανιά: Σε κρίσιμη κατάσταση το 3χρονο κοριτσάκι - Συνελήφθη η μητέρα, ανθρωποκυνηγητό για τον πατέρα
Live Ολυμπιακός - Φενερμπαχτσέ: Ο μεγάλος ημιτελικός του Final Four της Euroleague
Στο «φως» νέα αρχεία για UFO από τις ΗΠΑ: Οι «πύρινες μπάλες», τα έγγραφα και τα βίντεο
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



