Η ευρωπαϊκή ευκαιρία μετά το Μνημόνιο ΗΠΑ-Ιράν
Η ευρωπαϊκή διπλωματία δεν είναι ξεπερασμένη - Αντιθέτως, παραμένει σημείο αναφοράς σε ένα πεδίο όπου η στρατιωτική ισχύς έχει αποδειχθεί πολύ λιγότερο αποτελεσματική, από όσο συχνά υποστηρίζεται🕛 χρόνος ανάγνωσης: 5 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Όταν ανακοινώθηκε το Μνημόνιο Συνεννόησης ΗΠΑ-Ιράν, η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία δήλωσαν έτοιμες να συμβάλουν στην εκκαθάριση ναρκών στα Στενά του Ορμούζ και στην άρση των πυρηνικών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης.
Πολλοί έσπευσαν να θεωρήσουν ότι η Ευρώπη περιορίζεται για μία ακόμη φορά σε υποστηρικτικό ρόλο, παρακολουθώντας τις εξελίξεις που διαμορφώνουν άλλοι. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η ευρωπαϊκή διπλωματία δεν είναι ξεπερασμένη. Αντιθέτως, παραμένει σημείο αναφοράς σε ένα πεδίο όπου η στρατιωτική ισχύς έχει αποδειχθεί πολύ λιγότερο αποτελεσματική, από όσο συχνά υποστηρίζεται.
Η πυρηνική Συμφωνία του 2015 επί αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα, στην οποία η Ευρώπη είχε παίξει σημαντικό ρόλο, υπήρξε το πιο ολοκληρωμένο και αυστηρό πλαίσιο μη διάδοσης πυρηνικών όπλων που έχει ποτέ συμφωνηθεί με το Ιράν.
Δεν ήταν απλώς μια διπλωματική επιτυχία. Ήταν ίσως το σημαντικότερο παράδειγμα της πολυμερούς διεθνούς συνεργασίας που χαρακτήρισε την περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Η υπονόμευση εκείνης της Συμφωνίας από τον Τραμπ -ο οποίος βρήκε «πάτημα» σε παλινωδίες του ιρανικού καθεστώτος- και η μετατόπιση προς τη λογική της πίεσης και της στρατιωτικής κλιμάκωσης δεν παρήγαγαν καλύτερα αποτελέσματα. Αντίθετα, οδήγησαν σε πολεμικές συγκρούσεις, σε αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και σε αυξημένη αβεβαιότητα για την περιφερειακή ασφάλεια.
Το τωρινό Μνημόνιο Συνεννόησης, αν και θετικό ως βήμα αποκλιμάκωσης, παραμένει περιορισμένο. Οι πυρηνικές διατάξεις του είναι γενικές και αφήνουν αναπάντητα τα κρίσιμα ερωτήματα, που καθορίζουν την επιτυχία ή την αποτυχία κάθε συμφωνίας:
- τα όρια εμπλουτισμού,
- τους μηχανισμούς επιθεώρησης,
- τις διαδικασίες επαλήθευσης,
- τη σταδιακή άρση κυρώσεων, και
- την επίλυση διαφορών.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η ευρωπαϊκή ευκαιρία. Όσο οι διαπραγματεύσεις κινούνται στο επίπεδο των γενικών πολιτικών συνεννοήσεων, η Ευρώπη φαίνεται να βρίσκεται στο περιθώριο. Όταν όμως η συζήτηση περάσει στις τεχνικές λεπτομέρειες μιας βιώσιμης συμφωνίας, η εμπειρία και η τεχνογνωσία της καθίστανται ιδιαίτερα πολύτιμες.
Οι Ευρωπαίοι γνωρίζουν πώς να σχεδιάζουν σύνθετους μηχανισμούς επιτήρησης και επαλήθευσης, πώς να συνδέουν σταδιακές δεσμεύσεις με αντίστοιχα κίνητρα και πώς να διαμορφώνουν πολυμερή πλαίσια εφαρμογής που αντέχουν στον χρόνο.
Ο συνασπισμός των ευρωπαϊκών χωρών που προτίθεται να συμβάλει στην ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, μπορεί να προσφέρει χρήσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα παραμείνει αναντικατάστατος παράγοντας όταν τεθεί το ζήτημα της άρσης των κυρώσεων και της οικονομικής επανένταξης του Ιράν στη διεθνή οικονομία. Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία εργαλείων, αλλά η περιορισμένη αξιοποίησή τους.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις οφείλουν να επικεντρωθούν σε τρεις αλληλένδετες προτεραιότητες.
Πρώτον, να υποστηρίξουν ένα σύστημα ελέγχου και περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με αξιόπιστη επαλήθευση της υλοποίησης του από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.
Δεύτερον, να εργαστούν σε συντονισμό με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε η άρση των κυρώσεων να είναι οικονομικά και εμπορικά αξιόπιστη.
Τρίτον, να φέρουν στο ίδιο τραπέζι το Ιράν και τα αραβικά κράτη του Κόλπου, για συζητήσεις σχετικά με τη θαλάσσια ασφάλεια, τη διαχείριση κρίσεων και την περιφερειακή αποκλιμάκωση.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο εμφανής, αν ληφθούν υπόψη οι μεταβολές που έχουν συντελεστεί στη Μέση Ανατολή. Περιφερειακοί παίκτες, όπως η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Πακιστάν, αλλά και παγκόσμιοι δρώντες όπως η Κίνα, διαδραματίζουν πλέον σημαντικότερο ρόλο από ό,τι πριν από μια δεκαετία.
Ταυτόχρονα, οι χώρες του Κόλπου δεν αντιμετωπίζουν πλέον το Ιράν αποκλειστικά ως αντίπαλο προς απομόνωση. Η προτεραιότητά τους είναι η σταθερότητα, η οικονομική ανάπτυξη και η αποφυγή νέων συγκρούσεων, που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα φιλόδοξα αναπτυξιακά σχέδια τους.
Από την άλλη πλευρά, η προτεραιότητα της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να είναι κυρίως ο τερματισμός της κρίσης και η σταθεροποίηση των ενεργειακών αγορών. Είναι λιγότερο σαφές κατά πόσο η Ουάσιγκτον ενδιαφέρεται να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο στη διαμόρφωση μιας ευρύτερης και μακροπρόθεσμα βιώσιμης περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.
Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν σταδιακά να απομακρυνθούν από τη διαχείριση των συνεπειών της σύγκρουσης, θα δημιουργηθεί ένα διπλωματικό κενό που άλλοι θα επιχειρήσουν να καλύψουν.
Υπό αυτή την έννοια, η περιορισμένη φύση του σημερινού Μνημονίου μπορεί να αποδειχθεί ευκαιρία για την Ευρώπη. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια ευρύτερη Συμφωνία που θα συνδυάζει μια νέα πυρηνική ρύθμιση τύπου JCPOA (της Συμφωνίας που επιτεύχθηκε το 2015 μέσω διαπραγματεύσεων):
1. αξιόπιστη άρση κυρώσεων,
2. διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, και
3. μηχανισμούς οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ του Ιράν και των αραβικών κρατών του Κόλπου.
Μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα απαιτούσε από την Ευρώπη να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες ως κύριο διαπραγματευτή. Θα απαιτούσε, όμως, να αξιοποιήσει εκείνα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που κανένας άλλος διεθνής δρών δεν διαθέτει στον ίδιο βαθμό:
α. την πολυμέρεια,
β. τη θεσμική εμπειρία, και
γ. την ικανότητα οικοδόμησης συναινέσεων.
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται νέα εργαλεία. Χρειάζεται να ξαναπιστέψει στη δική της διπλωματία.
Που το πάει η Άγκυρα και πως απαντά η Αθήνα: Τα ευρωπαϊκά μηνύματα και οι ισορροπίες στη γειτονιά
Ο Σαμαράς έτοιμος να «πατήσει το κουμπί», το αντάρτικο στις Βρυξέλλες και η μαύρη πρωτιά στα καταναλωτικά δάνεια
Πώς κατέρρευσαν οι πολεμικοί στόχοι του Τραμπ στο Ιράν: «Στόχος» vs «Πραγματικότητα»
Μύθος οι επιθέσεις λαγοκέφαλων σε ανθρώπους: Καθηγητής του ΑΠΘ που καταρρίπτει τα «σενάρια Χόλιγουντ»
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr




