Φωτογραφίες: Μάγδα ΜπακούσηΤον είχαμε ανάγκη αυτόν τον ανέγγιχτο από το μαζικό τουρισμό προορισμό. Την αίσθηση μιας Ελλάδας πέρα από τα μαρκετινίστικα κλισέ, που δείχνει μόνο το πραγματικό της πρόσωπο στον επισκέπτη –γιατί δεν έχει και άλλο. Φτιάξαμε βαλίτσες για τα ψηλά των Τζουμέρκων, τον παράδεισο των φυσιολατρών, με προορισμό το Συρράκο (1.150 μ.), τους Καλαρρύτες (1.200 μ.) και τα γύρω αξιοθέατα. Μας περίμεναν αποδράσεις σε καταπράσινους «νεραϊδότοπους» πλάι σε κρυστάλλινα ποτάμια, ατέλειωτα περπατήματα σε καλοφροντισμένα καλντερίμια, συναπαντήματα με παθιασμένους mountain bikers, διασταυρώσεις με πεζοπορικές ομάδες και «τσιπουροκατανύξεις» σε υπεραιωνόβια μπακαλοκαφενεία πετρόχτιστων χωριών. Κηρυγμένοι παραδοσιακοί οικισμοί από τα τέλη του ’70, τούτες οι αντικριστές «αετοφωλιές» των Αθαμανικών Ορέων, με τις κοινές ρίζες και τις διαφορετικές πορείες, που τις χωρίζει η βαθιά χαράδρα του Χρούσια και τις ενώνει ένα πανέμορφο ιστορικό μονοπάτι, μας κλέψανε την καρδιά: με τη φύση, με την ιστορία τους και με τους φωτεινούς –πραγματικά αγέραστους– ανθρώπους τους.Πλατάνια, ρεματιές, πετρογέφυρα και ανθρώπινη επαφήΣτα Τζουμέρκα το τοπίο δεν τσιγκουνεύεται τις ομορφιές: πλατάνια, ρεματιές, πετρογέφυρα, καταρράκτες και τα κελαρυστά νερά του Άραχθου και των παραποτάμων του αφθονούν. Διαδρομές που ξετυλίγονται ανάμεσα σε θεαματικές κορυφογραμμές, απόκρημνες ορθοπλαγιές, δασωμένες εκτάσεις και αλπικά βοσκοτόπια σε γεμίζουν εικόνες βγαλμένες λες από στίχους του Κρυστάλλη. Πρόβατα, αγελάδες και άλογα βόσκουν αμέριμνα στις παρυφές των δρόμων, καθώς τραβάς για τα περήφανα βλαχοχώρια της περιοχής. Χωριά με βαθιές ρίζες στη νομαδική κτηνοτροφία και τη μετακινούμενη ζωή, αλλά και με ένα εντυπωσιακό παραγωγικό και εμπορικό παρελθόν. Από εδώ ξεκινούσαν οι περίφημες συρρακιώτικες κάπες και τα καλαρρύτικα έργα αργυροχρυσοχοΐας που ταξίδευαν κάποτε ως το Λιβόρνο, τη Βενετία και τη Μασσαλία, απλώνοντας τη φήμη των ηπειρωτικών αρχοντοχωριών πολύ πέρα από τα βουνά που τα προστάτευαν.Το μεγαλείο των βουνών, η ποταμίσια δροσιά και οι λιθόκτιστοι οικισμοί είναι εξαίρετοι λόγοι για να φτάσει κανείς ως εδώ. Οι ορεσίβιοι ντόπιοι όμως που θα γνωρίσει, είναι ο λόγος που θα θυμάται τα Τζουμέρκα για καιρό. Από τον Βασίλη, τον Γιώργο και τον Θωμά στο Συρράκο μέχρι τον Ναπολέοντα στους Καλαρρύτες, την Αγγελική στους Μελισσουργούς και τον Μανώλη στην Ανεμότρυπα, οι ανοιχτόκαρδοι, φιλόξενοι και πάντα πρόθυμοι να πιάσουν κουβέντα μόνιμοι κάτοικοι αποδεικνύονται το πολυτιμότερο κομμάτι της ταξιδιωτικής εμπειρίας. Στα ηπειρώτικα όρη επιβεβαιώνεις εκείνο που καιρό ίσως υποψιαζόσουν: το ταξίδι αποτελεί μόνο την αφορμή, το θέμα είναι πάντα να βρεθούμε.Τι ωραίο χωριό το Συρράκο! Ας φροντίσουμε να παραμείνει ωραίο…Το Συρράκο σου αποκαλύπτεται σε όλη τη λίθινη μεγαλοπρέπειά του σε μία από τις δεκάδες κλειστές στροφές που θα ανέβεις για να το προσεγγίσεις. Τον φιδογυριστό δρόμο θα τον οδηγήσεις πάντως χωρίς άγχος, ειδικά το καλοκαίρι, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιφυλάσσουν ομίχλες ή άλλα απρόοπτα. Μπορεί να είναι στενός, αλλά αφενός τον έχεις σχεδόν όλο δικό σου (σπάνια διασταυρώνεσαι με άλλο αυτοκίνητο), οπότε τον πας χαλαρά και με το τέμπο σου, και αφετέρου η θέα είναι τόσο συναρπαστική, που σε απορροφά ολοκληρωτικά. Και ξαφνικά, το πέτρινο χωριό ξεπροβάλλει μεγαλειώδες απέναντί σου. Φωλιασμένο στην πλαγιά του Λάκμου, με τους μπεζ και γκριζωπούς τόνους του μοιάζει να ξεφύτρωσε μέσα από το ίδιο το βουνό.Αφήνεις το όχημα στο πλάτωμα και διασχίζεις το εντυπωσιακό γεφύρι στην είσοδο του χωριού, παίρνοντας μια πρώτη γεύση από την αρχιτεκτονική μαστοριά των Ηπειρωτών, και τραβάς το καλντερίμι προς τον οικισμό.Οι πρώτοι Βλάχοι, μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι που γνώριζαν καλά τα ορεινά βοσκοτόπια της περιοχής, εγκαταστάθηκαν μόνιμα εδώ μεταξύ του 15ου και του 16ου αιώνα. Από την κτηνοτροφία γεννήθηκε σταδιακά η υφαντουργία και το εμπόριο, δραστηριότητες που έμελλε να φέρουν πλούτο και εξωστρέφεια, σπάνια χαρακτηριστικά για έναν τόσο δυσπρόσιτο τόπο. Εικάζεται πως η λατινογενής βάση της βλάχικης γλώσσας βοήθησε τους Συρρακιώτες να συνεννοηθούν στα ιταλικά λιμάνια, ευνοώντας την εμπορική τους δραστηριότητα. Ξεχωριστή θέση στην τοπική ιστορία κατέχει η περίφημη βλάχικη κάπα, το χοντρό μάλλινο πανωφόρι των κτηνοτρόφων. Φτιαγμένη για να αντέχει στη βροχή, το κρύο και τις πολύμηνες μετακινήσεις στα βουνά, η κάπα εξελίχθηκε σε περιζήτητο προϊόν και άνοιξε στους Συρρακιώτες τον δρόμο προς τα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Μεσογείου και της Ευρώπης, συμβάλλοντας καθοριστικά στην οικονομική άνθηση. Το Συρράκο είναι σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον καλοδιατηρημένους παραδοσιακούς οικισμούς της χώρας. Η μοναδική αρχιτεκτονική γοητεία του με τις λαξευτές πέτρες και τις σχιστόπλακες στις στέγες οφείλεται, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, στην ερήμωση που βίωσε ο τόπος κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες. Ο Γιώργος Βαΐτσης, πρόεδρος της κοινότητας, εξηγεί στο ethnos.gr πως μετά τη μεγάλη περίοδο ακμής που γνώρισε το χωριό στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήρθε η ολοκληρωτική καταστροφή του 1821. Οι εύποροι αστοί διασκορπίστηκαν, η οικονομική ζωή μετασχηματίστηκε και το χωριό απέμεινε στα χέρια των κτηνοτρόφων, που παρέμειναν η κινητήρια δύναμή του μέχρι τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος εγκατάλειψης. «Στο Συρράκο ο δρόμος έφτασε το 1976 και η ηλεκτροδότηση το 1980-81», σημειώνει. Η απομόνωση, όμως, είχε και μια απρόσμενη συνέπεια: προστάτευσε τον οικισμό από νεοτερισμούς και άστοχες παρεμβάσεις που γνώρισαν άλλα χωριά της ελληνικής υπαίθρου. Η πρακτική αδυναμία να αξιοποιηθούν τα παλιά, ερειπωμένα σπίτια ως κύριες κατοικίες, τα κράτησε τελικά ανέπαφα διατηρώντας αναλλοίωτο το χρώμα του χωριού. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, με την ανάδειξη των Τζουμέρκων ως ταξιδιωτικού προορισμού, το Συρράκο άρχισε να γνωρίζει μια νέα περίοδο ζωής και εξωστρέφειας. Σήμερα, ωστόσο, η μεγαλύτερη αγωνία των λιγοστών κατοίκων είναι πώς θα διατηρήσουν την περίφημη φυσιογνωμία του χωριού τους. Η συντήρηση ενός δυσπρόσιτου παραδοσιακού οικισμού αυτού του μεγέθους συνεπάγεται μεγάλο έξοδο σε μεταφορές και υλικά, καθώς οι επισκευές σε πέτρινα σπίτια και στέγες από σχιστόλιθο κοστίζουν πολλαπλάσια σε σχέση με μια συμβατική κατασκευή οπουδήποτε αλλού. «Αν δεν υπάρξει ουσιαστική κρατική υποστήριξη, αυτό που βλέπουμε σήμερα θα χαθεί. Στο τέλος ή θα ρημάξει ή θα αγοραστεί από ξένους», λένε. Ευτυχώς για την ώρα πάντως, παρακινούμενοι από το συναίσθημα και την αγάπη για τον τόπο που μεγάλωσαν, οι παλιοί Συρρακιώτες με αμέτρητη προσωπική δουλειά διατηρούν το χωριό τους «κουκλί». Η πρόκληση θα μεγαλώσει, όταν φύγει η γενιά που πρόλαβε να ζήσει τα παιδικά της χρόνια εδώ.Τι να δεις και τι να κάνεις στο Συρράκο: Θα σταθείς στο «μικρό γεφύρι» πάνω από τη ρεματιάΘα θαυμάσεις την Γκούρα, την εμβληματική κρήνη του χωριού και ένα από τα σημαντικότερα δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής στα Τζουμέρκα Θα αράξεις στην Πλατεία της Γκούρας όπου επί αιώνες χτυπούσε η καρδιά του Συρράκου Θα επισκεφτείς το σπίτι του Κώστα Κρυστάλλη, που σήμερα στεγάζει τη Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο του χωριού Θα μπεις στον Άγιο Νικόλα, την ιστορική εκκλησία του χωριού με τα αξιόλογα κειμήλια Θα διασχίσεις το ιστορικό μονοπάτι Συρράκου-Καλαρρυτών, που περπάτησαν γενιές και γενιές, αφού ήταν το μόνο που ένωνε τα δυο χωριά. Είναι 3,6 χλμ, απαιτητικής σε σημεία διαδρομής, αλλά μπορείς να κάνεις μόνο το 1ο (μέχρι το γεφύρι).Στους Καλαρρύτες, στο καφενείο του ΝαπολέονταΜόλις 22 χιλιόμετρα χωρίζουν το Συρράκο από τους Καλαρρύτες, όμως η διαδρομή απαιτεί σχεδόν μία ώρα οδήγησης. Στα Τζουμέρκα, βλέπεις, οι αποστάσεις δεν μετριούνται σε χιλιόμετρα αλλά σε στροφές, χαράδρες και πλαγιές. Αν το Συρράκο συνδέθηκε με το εμπόριο της κάπας, οι Καλαρρύτες έγιναν γνωστοί για τους αργυροχρυσοχόους τους. Στα χρόνια της μεγάλης ακμής τους, έως τις αρχές του 19ου αιώνα, αποτελούσαν ένα σπουδαίο οικονομικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Ηπείρου. Χρυσοχόοι, ασημιτζήδες, πραματευτάδες και κτηνοτρόφοι συνέθεταν μια ζωηρή κοινότητα που έφτασε να αριθμεί σχεδόν 5.000 κατοίκους και να περιλαμβάνει περισσότερα από 70 εργαστήρια αργυροχρυσοχοΐας. Μοιραία αποδείχθηκε και για τους Καλαρρύτες η Επανάσταση του 1821. Το χωριό καταστράφηκε, οι κάτοικοι διασκορπίστηκαν στα Επτάνησα, την Ιταλία και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, δημιουργώντας μια δυναμική διασπορά. Κάποιοι διατήρησαν για δεκαετίες δεσμούς με τον γενέθλιο τόπο, κάποιοι άλλοι πάλι, όπως ο Καλαρρυτινός ιδρυτής του πολυτελούς οίκου Bulgari, όχι.Την ιστορία αυτή δεν τη διαβάζεις μόνο στις πηγές και τα βιβλία. Την ακούς, αν θες, και από τον Ναπολέοντα Ζάγκλη, ίσως τον πιο γνωστό «σύγχρονο πρεσβευτή»των Καλαρρύτων. Αν έρθεις στο χωριό, να περάσεις από το εστιατόριό του, την «Άκανθο». Ένας απίθανος μπακαλοκαφενές, πάνω από την καρτποσταλίστικη κεντρική πλατεία του χωριού. Λειτουργεί ως καφενείο από το 1840 παραμένοντας στα χέρια της ίδιας οικογένειας εδώ και πέντε γενιές. Ελάχιστα πράγματα πρέπει να έχουν αλλάξει από τότε που το κατείχε η πρώτη. Μέσα, ξύλινα ράφια που έχουν καμπυλώσει από το χρόνο και το βάρος των προϊόντων μιας old school μπακαλικής, μπισκότα, σελοτέιπ, λάμπες, πελτέδες, όσπρια, κονιάκ, φωτογραφίες παππούδων και προπάππων, η ξεθωριασμένη επιγραφή από την εποχή που λειτουργούσε ταυτόχρονα ως τσαγκαράδικο, μετατρέπουν το επαρχιακό μαγαζάκι σε άτυπο μουσείο λαϊκής, ιστορικής μνήμης. Ο Ναπολέοντας έζησε για χρόνια στην Αθήνα ως εργαζόμενος πολυεθνικής, και πήρε την απόφαση να γυρίσει μόνιμα στους Καλαρρύτες τη δεκαετία του 1990. Σε μια περίοδο που η περιοχή προσπαθούσε να βρει τη θέση της στο σύγχρονο χάρτη, ο χαρσιματικός «παραμυθάς» άρχισε να υποδέχεται φίλους, συναδέλφους, δημοσιογράφους και ταξιδιώτες, μιλώντας ακούραστα για τον τόπο και τις επιλογές του. Δεν είναι τυχαίο ότι κάτοικοι των γύρω χωριών θεωρούν πως συνέβαλε καθοριστικά στο να ξαναγίνουν γνωστοί οι Καλαρρύτες και το Συρράκο στο Πανελλήνιο. Λίγες ώρες παρέα με τον Ναπολέοντα αρκούν για να αισθανθείς το γιατί. Οι αφηγήσεις του μπλέκουν αβίαστα το χθες με το σήμερα, τη μνήμη με το βίωμα, τη μεγάλη Ιστορία με τις ιστορίες των προγόνων του και των σημερινών κατοίκων ταξιδεύοντας σε στο πνεύμα και την ουσία του τόπου.Σαν πιάσει μάλιστα να τραγουδήσει ακαπέλα τα βλάχικα τραγούδια που αγαπά, τα Τζουμέρκα λες και βρίσκουν τη φωνή τους.Τι να δεις και τι να κάνεις στους Καλαρρύτες. Το ίδιο το χωριό με την υπέροχη θέα, τα λουλουδιασμένα καλντερίμια του, την πανέμορφη πλατεία θα σε κρατήσει Στα 5 χλμ έξω από το χωριό βρίσκεις την αρχή του εκπληκτικού μονοπατιού της Κουιάσας με το γεφύρι, τα πλούσια νερά της ποταμιάς του Χρούσια και τους μικρούς καταρράκτες. Ένας παραμυθένιος τόπος για ξωτικά με οργιώδη, βουνίσια βλάστηση, πλατάνια και παρόχθιες πρασινάδες, ιδανικός για ήπια πεζοπορία.Θα συναντήσεις και τον παλιό νερόμυλο, που λειτουργεί ως καφενείο δίπλα στο ποτάμι, όπου το καλοκαίρι κόσμος βουτάει για δροσιά –αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα το βρεις ανοιχτό Στα 6 χλμ έξω απ’ το χωριό σήκωσε τα μάτια σου προς τους ουρανούς. Σε ένα κοίλωμα μιας θεόρατης, κατακόρυφης βραχοκοψιάς θα δεις κυριολεκτικά σφηνωμένο το Μοναστήρι της Κηπίνας. Είναι επισκέψιμο μέσα από λιθόστρωτο καλντερίμι.Πράμαντα και θάματαΦεύγοντας από το Συρράκο και τους Καλαρρύτες, κάνε μια στάση στα Πράμαντα, το ζωντανό κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων. Χτισμένα αμφιθεατρικά στους πρόποδες της Στρογγούλας, υπήρξαν κάποτε ξακουστά για τους μαστόρους της πέτρας τους, ενώ σήμερα αποτελούν εμπορικό κέντρο της περιοχής. Στην είσοδο, στην πλατεία και σε άλλα σημεία του χωριού, το μάτι σου θα κλέψουν έργα του γλύπτη Θεόδωρου Παπαγιάννη, εμπνευσμένα από την παραδοσιακή ζωή και τους ανθρώπους της ηπειρώτικης υπαίθρου. Εδώ βρίσκουν οι κάτοικοι των υπόλοιπων οικισμών βασικές υπηρεσίες, καθώς τα Πράμαντα έχουν Κέντρο Υγείας, αλλά και σχολείο με αρκετούς μαθητές. Έχουν και τυροκομείο/τυροπωλείο για να προμηθευτείς, αν θες, εκλεκτά τοπικά τυροκομικά προϊόντα, μιας και παρά την κτηνοτροφική δραστηριότητα των Τζουμέρκων στα άλλα χωριά δεν βρίσκεις εύκολα ντόπια τυριά για το σπίτι. Από εδώ θα πας και στα ορεινά καταφύγια των Πραμάντων και των Μελισσουργών, για απόλυτη χαλάρωση σε πραγματικά ησυχαστήρια στο βουνό. Τι άλλο να δεις. Πολύ κοντά στα Πράμαντα με κατεύθυνση προς Άγναντα αξίζει μια στάση στο Σπήλαιο της Ανεμότρυπας. Μέσα σε 250 μ. ξετυλίγεται ένα μοναδικό θέαμα από σταλακτίτες, λιμνούλες και τρεχούμενα νερά που κρύβουν φυλαγμένο τα έγκατα της γης.Ο κ. Μανώλης θα αναλάβει την ξενάγησή σου, ενίοτε θα σε φωτογραφήσει και οπωσδήποτε θα σου προσφέρει καφέ, γλυκό του κουταλιού ή ένα τσιπουράκι με μεζέ στο καφενείο του Σπηλαίου με τη μαγευτική θέαΣυνεχίζοντας την ίδια διαδρομή (προς Άγναντα και Κρυοπηγή) θα βρεθείς στο σημείο που ξεχύνουν τα ορμητικά νερά τους οι Δίδυμοι Καταρράκτες των Τζουμέρκων (καλύτερη εποχή η άνοιξη με τις αρχές καλοκαιριού)Αν επιστρέφεις στην Αθήνα μέσω Άρτας, επιβάλλεται να «προσκυνήσεις» και το θρυλικό Γεφύρι της Πλάκας, το μεγαλύτερο μονότοξο πετρογέφυρο των Βαλκανίων, ένα τέταρτο μετά την Άγναντα.Η νομαδική κτηνοτροφία, το καλαρρύτικο πρόβατο και μια βλάχικη πίταΗ ψυχή των Βλάχων βοσκών βρισκόταν για αιώνες στα κοπάδια τους, στις στάνες τους και στην εποχική μετακίνηση. Η νομαδική κτηνοτροφία στα Τζουμέρκα δεν αποτελεί κάποια μακρινή ανάμνηση. Ακόμη συναντάς ανθρώπους που γεννήθηκαν καθ’ οδόν σε κάποια μετακίνηση από ή προς τα χειμαδιά. Μπορεί πλέον οι κτηνοτρόφοι να εγκαταλείπουν τα πρόβατα και να στρέφονται στα βοοειδή (πιο εύκολη δουλειά) ή να χρησιμοποιούν οχήματα για να κατεβάσουν τα ζώα στα πεδινά της Άρτας, της Πρέβεζας ή του Αγρινίου, ακολουθούν όμως ουσιαστικά τις ίδιες διαδρομές που ακολουθούσαν οι πρόγονοί τους μέσα στον χρόνο. Στα βοσκοτόπια γύρω και πάνω από το Συρράκο συναντά κανείς ακόμη το περίφημο καλαρρύτικο πρόβατο ή μπούτσικο, μια σπάνια αυτόχθονη φυλή που θεωρείται από τις παλαιότερες της περιοχής. Δεν ξεχωρίζει για τη μεγάλη παραγωγή, αλλά για την ποιότητα. Το γάλα και το κρέας του θεωρούνται εξαιρετικά, με σπουδαίο διαθρεπτικό προφίλ, ωστόσο οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι που παλεύουν να διατηρήσουν τη φυλή, μάλλον δεν έχουν καταφέρει να καρπωθούν την αξία της. Μέσα στον βουκολικό κόσμο γεννήθηκε η βλάχικη κουζίνα. Γάλα, τυριά, γιαούρτι, βούτυρο και πρόβειο κρέας αποτέλεσαν τα εμβληματικά της υλικά, μαζί με τις περίφημες πίτες της, το απόλυτο καθημερινό φαγητό: τυρόπιτες, λαχανόπιτες, μακαρονόπιτες και κάθε λογής παραλλαγές που αξιοποιούσαν ό,τι πρόσφερε η εποχή και το βουνό.Στο μικρό καφενείο της Παναγιάς στους Μελισσουργούς, που κρατά εδώ και δεκαπέντε χρόνια, η Αγγελική μάς φίλεψε λαχανόψωμο, μια από τις απλούστερες ζυμαρόπιτες της Ηπείρου, και μοιράστηκε μαζί μας τον τρόπο που το έφτιαχνε η γιαγιά της:«Έπαιρνε σπανάκι, λάπατα, σέσκουλα, τσουκνίδες και όποια άλλα χόρτα υπήρχαν διαθέσιμα, τα ψιλόκοβε και τα ανακάτευε με τυρί. Έφτιαχνε έναν αραιό χυλό από καλαμποκάλευρο και χλιαρό νερό, και άπλωνε μια στρώση σε λαδωμένο ταψί. Έριχνε από πάνω τα χόρτα με το τυρί και μια δεύτερη στρώση χυλού να σκεπάσει τη γέμιση, πριν η πίτα μπει στον φούρνο. «Το πιο εύκολο φαγητό», σχολιάζει, καθώς θυμάται τις πίτες που κυριαρχούσαν στο τραπέζι των κτηνοτροφικών οικογενειών: λαχανόπιτες, τυρόπιτες, μακαρονόπιτες, προζυμόπιτες, ήταν στην ημερήσια διάταξη.Τι θα φας και πού θα μείνεις στα ΤζουμέρκαΟ τόπος είναι γεμάτος από γραφικές ταβέρνες και καφενεία σε πέτρινες πλατείες με βρύσες και πλατάνια, που σερβίρουν όλα τα καλά της βλάχικης, βουνίσιας κουζίνας: από σουβλιστά κρέατα μέχρι πρόβειο γιουβέτσι και αρνί στη γάστρα, καλοφτιαγμένα μαγειρευτά και έξοχες πίτες. Εντελώς ενδεικτικά, στα βασικά χωριά που κινηθήκαμε, σημειώνουμε: το «Μη με Λησμόνει» και τον «Σταυραετό» στο Συρράκο, την «Άκανθο» και τον «Ζέρβα» στους Καλαρρύτες, τον «Μπούτζα» και τον «Πραμαντιώτη» στα Πράμαντα.Τα Τζουμέρκα προσφέρουν και πολλές εναλλακτικές για διανυκτερεύσεις αξιώσεων με λογικές τιμές. Πανέμορφα το «Σπίτι του Δασκάλου», το «Casa Calda», ο «Σταυραετός», αλλά και το «The Old School Boutique Hotel» για όσους ψάχνουν τετράστερη διαμονή στο Συρράκο. Ωραίο παραδοσιακό ξενώνα διατηρεί και ο Ναπολέοντας Ζαγλής στους Καλαρρύτες. Όπου και αν επιλέξεις να στήσεις το ορμητήριό σου, τα Τζουμέρκα είναι βέβαιο ότι θα σε μαγέψουν: με τη φύση τους, την ιστορία τους, τους ανθρώπους τους.……………………………………………………………………………………………………………….................................................ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το ταξίδι έγινε στο πλαίσιο της καμπάνιας προβολής του υπουργείου Τουρισμού «Ορεινή Ελλάδα. Σε πάει ψηλά. Όλο τον χρόνο». Στοχεύει στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ορεινών προορισμών, προβάλλοντας την ανάδειξη εμπειριών που σχετίζονται με την φύση, την ευεξία και τον αθλητισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία και τον πολιτισμό. H καμπάνια αναδεικνύει την ορεινή Ελλάδα ως προορισμό που προσφέρει όχι μόνο αναψυχή, αλλά και εσωτερική ισορροπία, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη κάθε ηλικίας, να αποσυνδεθεί από την καθημερινότητα και να επανασυνδεθεί με τη φύση.