article background image

Η ελληνική μυθοπλασία μάς έχει χαρίσει ήρωες που, λίγο - πολύ, μεγαλώσαμε μαζί τους. Τους είδαμε να ερωτεύονται, να κάνουν λάθη, να μπλέκουν σε παρεξηγήσεις και να λένε ατάκες που ακόμα επαναλαμβάνουμε. Είναι εκείνοι οι χαρακτήρες που κουβαλούν τα όνειρα, τα κόμπλεξ, το χιούμορ και τις αντιφάσεις μιας ολόκληρης εποχής και κάπως έτσι γίνονται δικοί μας άνθρωποι.

Από τις κλασικές κωμωδίες του Αλέκου Σακελλάριου μέχρι τις σειρές που σημάδεψαν τα 90s και τα 00s, όπως οι «Δύο Ξένοι», οι «Σαββατογεννημένες», το «Dolce Vita» ή το «Κάτω Παρτάλι», οι ήρωες δεν έμειναν μόνο στα πλατό, στους έρωτες και στα οικογενειακά δράματα. Κάποια στιγμή, πολλοί από αυτούς φόρεσαν το χακί. Πέρασαν την πύλη του στρατοπέδου, άκουσαν το πρώτο «παρουσιάστε», μέτρησαν μέρες για την άδεια και υπηρέτησαν — ο καθένας με τον τρόπο του — τη μαμά πατρίδα.

Η θητεία στις σειρές αυτές άλλοτε έγινε πεδίο αστείρευτου γέλιου, όπως στο «Της Ελλάδος τα Παιδιά» και στο «Παρουσιαστείτε», κι άλλοτε στάθηκε αφορμή για έρωτες, αποχωρισμούς και μικρές προσωπικές επαναστάσεις. Μέσα από τα μάτια τους, ο στρατός δεν ήταν μόνο αγγαρείες και αναφορές. Ηταν φιλίες που δημιουργήθηκαν ξαφνικά, σχέσεις που δοκιμάστηκαν, χαρακτήρες που ωρίμασαν ή τουλάχιστον προσπάθησαν.

Σε αυτό το κείμενο, θα θυμηθούμε αγαπημένους ήρωες που άφησαν για λίγο την άνεση της ζωής τους, φόρεσαν αρβύλες και στολή και έγραψαν τη δική τους, ξεχωριστή ιστορία θητείας. Γιατί, τελικά, ακόμη κι όταν τους βλέπαμε να στέκονται στην αναφορά ή να μετράνε μέρες για την άδεια, αυτοί οι ήρωες δεν έπαψαν να μας μοιάζουν. Μέσα στις αγωνίες τους, στις γκάφες τους, στους έρωτες και στις υπερβολές τους, βρίσκαμε κομμάτια του εαυτού μας. Ταυτιστήκαμε μαζί τους, γελάσαμε εκεί που θα γελούσαμε κι εμείς, φοβηθήκαμε εκεί που θα φοβόμασταν κι εμείς. Κι ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες τους έμειναν. Γιατί, κάπου ανάμεσα στις αρβύλες και στις σκοπιές, αναγνωρίσαμε τη δική μας καρδιά να χτυπά.

Λίγο μετά τα μέσα των 90s, ο Αλέξανδρος Ρήγας δημιουργεί τον Τόλη Σιδεράτο, έναν χαρακτήρα που για την εποχή του ήταν πραγματικά μπροστά. Εργαζόμενος της τηλεόρασης, ευφυής, καυστικός, με αυτογνωσία και αξιοπρέπεια, ο Τόλης αυτοπροσδιορίζεται ως ομοφυλόφιλος χωρίς την καρικατουρίστικη υπερβολή που είχε σημαδέψει παλαιότερες απεικονίσεις. Ήταν μια από τις πρώτες φορές που η ελληνική τηλεόραση παρουσίαζε έναν ΛΟΑΤΚΙ+ χαρακτήρα τόσο ανθρώπινο, τόσο αληθινό.

Και μπορεί όλοι να θυμούνται ως εμβληματικό ζευγάρι τον Κωνσταντίνο Μαρκορά και τη Μαρίνα Κουντουράτου, όμως η σειρά μάς χάρισε κι ένα άλλο, ανατρεπτικό δίδυμο, τον Τόλη και τη Χαρούλα, που υποδύθηκε η Δέσποινα Βανδή. Ένας έρωτας κεραυνοβόλος, γεμάτος ένταση, βλέμματα που έκαιγαν και καβγάδες που πρόδιδαν πως, όσο κι αν αντιστέκονταν, ήθελαν ο ένας τον άλλον. Μας έκαναν να πιστέψουμε στην καψούρα, σ' εκείνον τον έρωτα που έρχεται ξαφνικά, ταράζει τα πάντα και δεν ζητά άδεια από τη λογική. Ξέραμε ίσως πως δεν ήταν φτιαγμένος για να κρατήσει. Αλλά έτσι δεν είναι οι μεγάλοι έρωτες; Κρατούν λίγο και σε σημαδεύουν για πάντα. Κι όποιος πει ότι δεν λύγισε στη σκηνή που εκείνη του τραγουδά «ακόμα κι αν φύγεις για το γύρο του κόσμου», μάλλον δεν θυμάται καλά.

Ο Χοσέ στις «Σαββατογεννημένες» ήταν ένας ήρωας που δεν ήταν φτιαγμένος για «προσοχές» και αναφορές. Γοητευτικός, παρορμητικός, με το ταμπεραμέντο να χτυπάει κόκκινο, μπήκε στο στρατόπεδο όπως μπαίνει σε κάθε τι στη ζωή του, με ενθουσιασμό και γκρίνια μαζί. Η απότομη προσγείωση από την ανέμελη καθημερινότητα στη σκληρή ρουτίνα της θητείας γέννησε ξεκαρδιστικές στιγμές.

Αρκεί να θυμηθούμε τη σκηνή που διαμαρτύρεται στη σενιόρα Σούλα: «Θέλω να φύγω από το στρατό. Με κούρεψαν. Όλη μέρα σφουγγαρίζω. Εγώ εδώ έπρεπε να έρθω για να μάθω να σφουγγαρίζω; Πριν δεν ήξερα; Άμα έρθουν οι Τούρκοι τι θα κάνω; Θα τους ρίξω χλωρίνη;» Μέσα σε μία ατάκα, όλη η ουσία του Χοσέ. Δράμα, υπερβολή, χιούμορ.

Κι όμως, κάτω από τα παράπονα και τις φωνές, η στολή δεν αλλοίωσε τον πυρήνα του. Παρέμεινε ρομαντικός, εκρηκτικός, αυθεντικός. Απλώς κλήθηκε να σταθεί απέναντι σε ευθύνες που δεν μπορεί να αποφύγει κι εκεί είναι που ο ήρωας μεγαλώνει, χωρίς να χάνει τον εαυτό του.

Η είδηση ότι ο Αντώνης από το «Dolce Vita» φεύγει για φαντάρος πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία για τη Χριστίνα. Εκείνη ταράζεται, χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της. Το ενδεχόμενο της απόστασης μοιάζει αβάσταχτο. Αφού ξεπερνά το πρώτο σοκ, επιστρατεύει κάθε πιθανό «μέσον» για να εξασφαλίσει ότι ο Αντώνης θα περάσει όσο το δυνατόν καλύτερα στη θητεία του.

Η Σάσα οργανώνει την τελευταία τους συνάντηση, φίλοι και γνωστοί τον αποχαιρετούν με αισιοδοξία, σχεδόν υπερβολική. Κι όμως, τη στιγμή που εκείνος αναχωρεί για την Κόρινθο, η Χριστίνα λιποθυμά. Η σκηνή αυτή συνδυάζει χιούμορ και μελόδραμα, αναδεικνύοντας τον στρατό όχι ως πολεμικό καθήκον, αλλά ως δοκιμασία για τον έρωτα και την αντοχή μιας σχέσης.

Ο Μανόλης Φουσέκης είναι ένας χαρακτήρας με τρυφερότητα, αθωότητα και μια σχεδόν παιδική καθαρότητα που τον κάνει αμέσως αγαπητό. Ακολουθεί τη Βίβιαν μέχρι το Κάτω Παρτάλι και κουβαλά μαζί του έναν ολόκληρο κόσμο ευαισθησίας. Όταν  τον βλέπουμε να υπηρετεί την αεροπορία και να χορεύει το «Γιάρεμ» της Μούσχουρη μέσα στο θάλαμο, η εικόνα γίνεται απολαυστική. Ο σμηναγός τού δίνει «πέντε Φ» κι εκείνος προσπαθεί με παιχνιδιάρικο τρόπο ν' αποκωδικοποιήσει τι σημαίνει «φίλε, φάε, φύγε, φέρε φίλους».

Μέσα σε αυτή τη σκηνή κρύβεται ένας άνθρωπος που δεν χωρά στα στερεότυπα, που δεν παραιτείται από την ταυτότητά του, επειδή φορά στολή. Και τελικά, αυτό είναι που τον κάνει τόσο ξεχωριστό. 

Σειρές που… κατατάχθηκαν

Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά 46 επεισόδια γεμάτα παραλλαγή, «λουφάρισμα» και ανελέητο γέλιο. Η τηλεοπτική «Λούφα και Παραλλαγή» αποτέλεσε τη μεταφορά της εμβληματικής ταινίας του 1984, που σύστησε στο κοινό την πιο απολαυστικά απείθαρχη παρέα του ελληνικού στρατού. Δημιουργός της ιστορίας, ο Νίκος Περάκης, ο οποίος επιμελήθηκε και τη σκηνοθεσία του τηλεοπτικού remake στον πρώτο κύκλο, μεταφέροντας το πνεύμα της ταινίας στη μικρή οθόνη.

Στα πρώτα επεισόδια, η σειρά ακολουθεί τη βασική ιδέα της κινηματογραφικής επιτυχίας: την ίδρυση του πρώτου «στρατιωτικού καναλιού», της Τηλεόρασης Ενόπλων Δυνάμεων (ΤΕΔ). Η παρέα της ΤΕΔ είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας της εποχής, με φόντο την αρχή της δικτατορίας. Στρατιωτικοί, καλλιτέχνες, φαντάροι και κάθε λογής χαρακτήρες μπλέκονται σε κωμικοτραγικές καταστάσεις, εκεί όπου ο στρατός συναντά το θέαμα. Η ανάμιξη αυστηρής ιεραρχίας και δημιουργικής αναρχίας γεννά καταστάσεις που ισορροπούν ανάμεσα στο γέλιο και στη σάτιρα.

Η σειρά «Της Ελλάδος τα Παιδιά» προβλήθηκε από τον ANT1 και άφησε εποχή. Η δράση εκτυλίσσεται στο Γραφείο Ενημέρωσης της Αεροπορίας, ένα μέρος όπου η πειθαρχία συναντά την απόλυτη… απορρύθμιση. Τρεις σμηνίτες, ένας δημοσιογράφος, ένας σκηνοθέτης και ένας τραγουδιστής, προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε διαταγές, γραφειοκρατία και προσωπικές φιλοδοξίες. Στο πλευρό τους, οι αξέχαστες κυρίες Μπουμπού και Ντίνα, ενώ από το πρώτο κιόλας επεισόδιο εμφανίζεται ο νέος Σμήναρχος Κάκαλος, βάζοντας τη δική του σφραγίδα στο χάος.

Λίγοι θυμούνται ότι ο αρχικός τίτλος της σειράς ήταν «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Ωστόσο, λίγο πριν από την πρεμιέρα μετονομάστηκε, ύστερα από διαμαρτυρία του Μίμη Τραϊφόρου, στιχουργού του ιστορικού τραγουδιού που είχε ερμηνεύσει η Σοφία Βέμπο στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Ο Τραϊφόρος θεώρησε ότι η χρήση του τίτλου θα προσέβαλε τη μνήμη όσων πολέμησαν, κι έτσι η σειρά απέκτησε το όνομα με το οποίο τη θυμόμαστε μέχρι σήμερα.

Στο «Big Bang» ο στρατός δεν ξεκινά απλώς με ένα χαρτί κατάταξης. Ξεκινά… από τη Μεγάλη Έκρηξη. Με εκείνη τη χαρακτηριστική, επική εισαγωγή που εξηγεί πώς από τη δημιουργία του σύμπαντος, τα αμινοξέα, την τρύπα του όζοντος και τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, φτάνουμε αναπόφευκτα στο 13ο Τάγμα Πεζικού στη Λάρισα. Εκεί συναντιούνται ο Λάζαρος (172η ΕΣΣΟ) και ο Νίκος (173η ΕΣΣΟ) και δημιουργούν μια φιλία που μοιάζει καρμική. Μέχρι που ανακαλύπτουν ότι η πρώην του ενός είναι η νυν του άλλου. Και κάπου εκεί ξεκινά ένα ερωτικό γαϊτανάκι που μπλέκει τους πάντες

Το «Big Bang» βλέπει τη στρατιωτική θητεία μέσα από μια νεανική, «ποπ» ματιά. Γρήγορες ατάκες, φλερτ, ζήλιες, φιλίες και το διαρκές ερώτημα: Πώς μεγαλώνεις χωρίς να χάσεις τον εαυτό σου; Πώς χωρά όλη αυτή η συναισθηματική έκρηξη μέσα σε μια στολή παραλλαγής;

Φαντάροι, καταδρομείς, αρβύλες, σκοπιές, ΚΨΜ, αλλά και μια μάνα με τροχόσπιτο παρκαρισμένο απ’ έξω, ένας influencer, ένας πλαστικός χειρουργός, μια γραμματέας με αδυναμία στον τζόγο. Όταν ανακοινώθηκε ότι ο Γιάννης Μπέζος επιστρέφει σε στρατιωτική κωμωδία, το μυαλό όλων πήγε κατευθείαν στο «Της Ελλάδος τα Παιδιά». Η σύγκριση έμοιαζε αναπόφευκτη. Κι όμως, το «Παρουσιάστε!» δεν επιχείρησε να γίνει συνέχεια ή ριμέικ. Εστησε έναν δικό του κόσμο, στο σήμερα. Δύο στρατόπεδα σε παραμεθόριο περιοχή. Δύο διοικητές που κουβαλούν παλιά αντιπαλότητα και μια μάχη διαδοχής για τη θέση του Ταξίαρχου.

Ο Λευτέρης Γούλας (ο Μπέζος), στρατολάγνος και απόλυτα «προβλεπέ», απέναντι στον πιο χαλαρό και ανορθόδοξο Θανάση Σκορδά. Όταν τα δύο στρατόπεδα συγχωνεύονται προσωρινά, η συνύπαρξη μετατρέπεται σε πεδίο κωμικής σύγκρουσης. Σκληροπυρηνικοί κομάντος καλούνται να μοιραστούν τον ίδιο χώρο με φαντάρους που έχουν τη μάνα τους απ’ έξω να τους φέρνει ταπεράκια. Το χιούμορ είναι σύγχρονο, αναγνωρίσιμο. Οι χαρακτήρες θυμίζουν πρόσωπα που όντως θα συναντούσες σ' ένα στρατόπεδο.