article background image

Τα τηλεοπτικά κανάλια έχουν ήδη πραγματοποιήσει τις πρώτες συναντήσεις τους, θέτοντας επί τάπητος τον σχεδιασμό της επόμενης σεζόν. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η αναδιάρθρωση του προγράμματος, με τη μυθοπλασία να μην κατέχει –τουλάχιστον προς το παρόν– τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε τα προηγούμενα χρόνια. Η πληθώρα επιλογών, σε συνδυασμό με τον κατακερματισμό του τηλεοπτικού κοινού, δημιουργεί ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού και περιορισμένων αντοχών.

Η υπερπροσφορά σειρών και προγραμμάτων έχει ως αποτέλεσμα το κοινό να αδυνατεί να παρακολουθήσει το σύνολο των παραγωγών, γεγονός που αποτυπώνεται και στα νούμερα τηλεθέασης, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις κινούνται σε μονοψήφια επίπεδα. Την ίδια στιγμή, το θεατρικό τοπίο καταγράφει εξίσου αυξημένη κινητικότητα, με τη νέα χρονιά να κάνει πρεμιέρα με μεγάλο αριθμό παραστάσεων, διαμορφώνοντας ένα εξίσου απαιτητικό σκηνικό στον χώρο του πολιτισμού. Ακόμη και για εμάς τους δημοσιογράφους, που οφείλουμε να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή της καλλιτεχνικής επικαιρότητας, είναι σχεδόν αδύνατο να προλάβουμε τα πάντα, πόσο μάλλον όταν ορισμένες παραγωγές παρουσιάζονται για ελάχιστο αριθμό εμφανίσεων.

Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον πυκνό θεατρικό χάρτη, καταφέραμε να δούμε τη «Λόλα» στο Παλλάς. Μια παράσταση, η οποία από την πρώτη κιόλας στιγμή αγκαλιάστηκε θερμά από το κοινό, σημειώνοντας διαδοχικά sold out σ' ένα από τα μεγαλύτερα θέατρα της Αθήνας και επιβεβαιώνοντας πως, όταν η ποιότητα συναντά την τόλμη, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να ξεχωρίσει. Η ιστορία πατάει πάνω στην κλασική «Λόλα» του ’64, εκείνο το ασπρόμαυρο φιλμ που σημάδεψε τον ελληνικό κινηματογράφο με την Τζένη Καρέζη και τον Νίκο Κούρκουλο. Μόνο που εδώ δεν βλέπεις μια απλή αναβίωση για να θυμηθούμε τα παλιά. Η παράσταση παίρνει τον βασικό κορμό της ιστορίας και κάποιες δυνατές ατάκες, αλλά τη φέρνει καθαρά στο σήμερα. Δεν προσπαθεί ν' αντιγράψει την ταινία, αλλά τη χρησιμοποιεί σαν αφετηρία για να πει κάτι καινούργιο. Στην ουσία, δεν σε βάζει να συγκρίνεις τότε και τώρα, αλλά σε κάνει να σκεφτείς πόσο επίκαιρα παραμένουν όλα όσα περιγράφει.

Ο Χρήστος Σουγάρης παίρνει την ιστορία και την κάνει δική του. Δεν μένει στην επιφάνεια, αλλά ανοίγει κουβέντα για τη «ματσίλα», την πατριαρχία και το πώς αυτά τα πρότυπα τελικά φυλακίζουν και τους ίδιους τους άντρες. Η ιστορία παραμένει σκοτεινή. Ερωτας, εξουσία, ζήλια, εκδίκηση, μέσα σε μια Τρούμπα που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ο Άρης βγαίνει από τη φυλακή, η Λόλα προσπαθεί να επιβιώσει και ο Στέλιος κινεί τα νήματα σ' έναν κόσμο όπου όλα πληρώνονται ακριβά. Και μέσα σε όλα, βλέπεις καθαρά πόσο δύσκολο είναι για μια γυναίκα να σταθεί όρθια σ' ένα περιβάλλον γεμάτο βία και έλεγχο, αλλά και πόση δύναμη κρύβει όταν αποφασίζει να πάρει τη ζωή στα χέρια της.

Η «Λόλα» έκοψε 313.822 εισιτήρια στην πρώτη προβολή της, έγινε θρύλος και παραμένει, 60 χρόνια μετά, ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά φιλμ του ελληνικού κινηματογράφου (Copyright: Αλίνα Λέφα)

Σκηνοθετικά γίνεται κάτι πολύ ενδιαφέρον. Τέσσερις κάμερες τραβούν ζωντανά τους ηθοποιούς και οι σκηνές προβάλλονται ταυτόχρονα σε οθόνες. Είναι σαν να βλέπεις θέατρο και σινεμά μαζί. Τα κοντινά πλάνα φέρνουν τα βλέμματα και τις εκφράσεις κυριολεκτικά μπροστά σου, ενώ τα flashbacks δίνουν άλλη διάσταση στην αφήγηση. Παράλληλα, η μουσική του Τζεφ Βάγκνερ, με live τρομπέτα και σαξόφωνο, σε βάζει κατευθείαν σε κλίμα νυχτερινού μπαρ, με μια σύγχρονη τζαζ ατμόσφαιρα. Τα καινούργια τραγούδια στέκονται διακριτικά δίπλα στο παρελθόν, χωρίς να μπαίνουν σε σύγκριση με αυτά του Σταύρου Ξαρχάκου. Και όταν στο φινάλε ακούγεται το «Δεν έχει αρχή» σε διασκευή, νιώθεις μια μικρή ανατριχίλα σαν να ενώνεται το τότε με το τώρα μ' έναν πολύ όμορφο τρόπο. Μακάρι η μουσική της παράστασης να κυκλοφορήσει σε streaming μορφή. 

Αξίζεις όσο αποδίδεις

Και από τη sold out «Λόλα» πάμε κατευθείαν σε μια άλλη sold out παράσταση, την «Κουζίνα» του Αρνολντ Γουέσκερ στο Θέατρο Κιβωτός, με τον Μιχάλη Σαράντη στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Εχει παρουσιαστεί σε περισσότερες από 30 χώρες, και έχει μεταφερθεί τόσο στον κινηματογράφο όσο και στην τηλεόραση. Κι όμως, παρά τα χρόνια που έχουν περάσει από τότε που γράφτηκε (1956), παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρο, καθώς φωτίζει με ακρίβεια και καθαρότητα την πίεση, την ανασφάλεια και το αδιέξοδο που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος στον εργασιακό στίβο.

Η παράσταση λειτουργεί σαν μια δυνατή, σχεδόν αγχωτική αλληγορία για το πώς η εμμονή με την παραγωγικότητα σε κάνει να ξεχνάς ότι είσαι άνθρωπος. Μια κουζίνα που βράζει ασταμάτητα, με κατσαρόλες, φωνές, ιδρώτα και όνειρα που κρατάνε όσο ένα τσιγάρο στο διάλειμμα. Ο Γιώργος Κουτλής στήνει στη σκηνή ένα σύνολο δεκατεσσάρων ηθοποιών και μουσικών που κινούνται σαν ένας οργανισμός. Όλα γίνονται μπροστά σου, σε πραγματικό χρόνο. Εντάσεις, συγκρούσεις, μικρές εκρήξεις και μετά πάλι από την αρχή. Σαν μια κρίση πανικού σε λούπα.

Μέσα σε αυτή την κουζίνα ο νόμος είναι απλός: αξίζεις όσο αποδίδεις. Ο πιο «δυνατός» είναι αυτός που αναγνωρίζει το σύστημα. Και κάπου εκεί βλέπεις πρόσωπα από παντού — Αλβανούς, Πολωνούς, Ιταλούς, Έλληνες, Τούρκους, Γκανέζους — ανθρώπους που δεν ορίζονται από το ποιοι είναι, αλλά από το τι δουλειά κάνουν. Λεκέδες στις ποδιές, κοψίματα στα χέρια, φιλιά που κρατούν όσο βράζει μια σάλτσα.

Στην παράσταση παίζουν οι Σαμουήλ Ακινόλα, Πολύδωρος Βογιατζής, Ιωάννα Δεμερτζίδου, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάννα Καραπασιά, Γιώργος Κατσής, Ειρήνη Μακρή, Γιώργος Μπουκαούρης, Gary Salomon, Χρήστος Σαπουντζής, Μιχάλης Σαράντης, Αναστασία Στυλιανίδη, Πήτερ Τζέικς και Γιλμάζ Χουσμέν (Copyright: Χρήστος Συμεωνίδης)

Ο σκηνοθέτης μπλέκει ρεαλισμό και ποίηση, γεμίζει όλη τη σκηνή με μικρές «εστίες» δράσης και σε κάνει να νιώθεις ότι δεν βλέπεις απλώς μια κουζίνα, αλλά ολόκληρη την πόλη να λειτουργεί έτσι. Το καστ είναι απόλυτα συγχρονισμένο, με ένταση και πάθος που φαίνεται στα μάτια. Και στο κέντρο, ο Μιχάλης Σαράντης — πολυεπίπεδος, εκφραστικός, απόλυτα παρών — κρατά τον ρυθμό μιας παράστασης που σε ταρακουνά και σου θυμίζει πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η ανθρωπιά μέσα σε μία καθημερινή «βάρδια».

Όταν η ίδια σου η φαντασία γίνεται η φυλακή σου

Η ιστορία της «Misery», βασισμένη στο βιβλίο του Στίβεν Κινγκ (Stephen King), έγινε ευρύτερα γνωστή από την κινηματογραφική μεταφορά του 1990, με τον Τζέιμς Κάαν (James Caan) και την Κάθι Μπέιτς (Kathy Bates), μια ερμηνεία που της χάρισε και το Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Στο επίκεντρο, ένας συγγραφέας που θέλει να «σκοτώσει» τη διάσημη ηρωίδα του για να προχωρήσει παρακάτω. Μόνο που ένα ατύχημα τον φέρνει στο σπίτι της πιο φανατικής θαυμάστριάς του. Και κάπου εκεί, η φροντίδα γίνεται έλεγχος και ο θαυμασμός μετατρέπεται σ' εφιάλτη.

Η Άννι Γουίλκς δεν αντέχει να πεθάνει η Μίζερι, γιατί μέσα της έχει ταυτίσει τη ζωή της με εκείνη. Θέλει ο συγγραφέας να γράψει όπως εκείνη έχει φανταστεί την ηρωίδα και είναι διατεθειμένη να τον «πείσει» με κάθε τρόπο. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά τραυματισμένος, αποκομμένος από την πραγματικότητα, που κινείται σ' ένα δικό του σκοτεινό σύμπαν. Στη θεατρική εκδοχή που σκηνοθετεί η Έλενα Καρακούλη στο Άνεσις, το βάρος πέφτει περισσότερο στο ψυχολογικό θρίλερ. Με χαμηλούς φωτισμούς, παύσεις και ένα λιτό σκηνικό —ένα δωμάτιο που μοιάζει με φυλακή— η ένταση χτίζεται αργά και σταθερά. Νιώθεις την ασφυξία, την εξάρτηση, τη σχέση εξουσίας που δημιουργείται ανάμεσα στους δύο ήρωες.

Η Φιλαρέτη Κομνηνού και ο Αναστάσης Ροιλός σε ένα εκρηκτικό ντουέτο επί σκηνής (Copyright: Πάτροκλος Σκαφίδας)

Η Φιλαρέτη Κομνηνού ως Άννι δίνει μια ερμηνεία καθηλωτική. Φωτίζει τον φόβο της εγκατάλειψης, την ανάγκη της για αγάπη, τη στρεβλή της τρυφερότητα. Γίνεται τρομακτική ακριβώς επειδή είναι βαθιά ανθρώπινη. Απέναντί της, ο Αναστάσης Ροϊλός ως Πωλ Σέλντον ισορροπεί ανάμεσα στον τρόμο και στην επιμονή για επιβίωση. Χτίζει έναν ήρωα που φοβάται, αλλά δεν παραιτείται. Η χημεία τους είναι ο πυρήνας της παράστασης. Η σχέση τους αλλάζει συνεχώς μορφή — φόβος, χειραγώγηση, ψεύτικη τρυφερότητα, ελπίδα — μέχρι το αναπόφευκτο ξέσπασμα. Τη διανομή συμπληρώνει ο Ευθύμης Χρήστου, στον ρόλο του σερίφη.

Και όταν πέφτουν τα φώτα, σου μένει η σκέψη ότι τα όρια ανάμεσα στον θαυμασμό και την εμμονή είναι πολύ πιο λεπτά απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε.