Ο Κυριάκος Μητσοτάκης φρόντισε στην τελευταία συνέντευξή του στο OPEN, στις 24 Ιουλίου, να κλείσει δημοσίως τη συζήτηση για φθινοπωρινές κάλπες, επαναλαμβάνοντας ότι η κυβέρνηση θα φτάσει έως την εξάντληση της θητείας της. Η αναφορά πάντως στην άνοιξη του 2027, όπως μου λένε, δεν αποτελεί πλέον απλή διάψευση εκλογικών σεναρίων, αλλά μέρος του πολιτικού σχεδιασμού του Μεγάρου Μαξίμου. Τα ποιοτικά στοιχεία των μετρήσεων που έχει στα χέρια του και εξετάζουν στην Ηρώδου Αττικού δεν προμηνύουν θεαματική βελτίωση του κλίματος μέσα στον Αύγουστο. Η πίεση από την ακρίβεια παραμένει ισχυρή, ενώ οι παρεμβάσεις σε καύσιμα και βασικά αγαθά δεν έχουν μεταβάλει την εμπειρία των πολιτών στην αγορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, μια πρόωρη αναμέτρηση θα περιόριζε αντί να διεύρυνε τις κυβερνητικές επιλογές. Ο επιπλέον χρόνος θεωρείται αναγκαίος για την ανασύνταξη της οικονομικής ατζέντας. Μαζί του, όμως, μεγαλώνει και ο κίνδυνος να προηγηθούν των εκλογών οι εξελίξεις στους ανοιχτούς δικαστικούς φακέλους.
Το κυβερνητικό επιτελείο λοιπόν βλέπει να συσσωρεύονται δικαστικές και πολιτικές εκκρεμότητες, οι οποίες μπορούν να διαμορφώσουν ιδιαίτερα βαρύ περιβάλλον από το φθινόπωρο και μετά. Τέσσερις βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας παραπέμπονται για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, μαζί με πρώην πρόεδρο και στελέχη του οργανισμού, ενώ η εισαγγελική πρόταση για τον Χρήστο Τριαντόπουλο και τον Κώστα Αγοραστό επαναφέρει στο προσκήνιο τους χειρισμούς που ακολούθησαν την τραγωδία των Τεμπών. Παράλληλα, η δημόσια σύγκρουση του Μάριου Σαλμά με τον Άδωνη Γεωργιάδη έφερε ξανά τη Novartis στην πολιτική επικαιρότητα. Το βαρύτερο μέρος, ωστόσο, αφορά στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τα συστήματα ανακύκλωσης, τα ψηφιακά υδρόμετρα και τις συμβάσεις σίτισης μεταναστών και προσφύγων. Οι σχετικοί φάκελοι έχουν προχωρήσει και περιλαμβάνουν πολιτικά πρόσωπα και στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για το Μαξίμου η πραγματική απειλή βρίσκεται πλέον στη δημιουργία συνολικής εικόνας που θα είναι δύσκολο να ανατραπεί επικοινωνιακά.
Από τις υποθέσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, εκείνη των λεγόμενων «πράσινων σπιτιών ανακύκλωσης» προκαλεί τον εντονότερο προβληματισμό, καθώς συνδυάζει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, κρατικές αποφάσεις, συμβάσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και σοβαρά ερωτήματα για το πραγματικό κόστος του εξοπλισμού. Οι ελεγχόμενες μονάδες φέρονται να αποκτήθηκαν σε τιμές πολλαπλάσιες από εκείνες που καταγράφονται σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, ενώ δημοσιονομικός έλεγχος είχε ήδη ζητήσει την επιστροφή 48 εκατ. ευρώ για δαπάνες σε Αττική, Πελοπόννησο και Κρήτη. Και δεν είναι μόνο τα παραπάνω και πολλά ακόμη για το σκάνδαλο που θα μας απασχολήσει έντονα τους επόμενους μήνες, αφού η υπόθεση αποκτά πλέον και σαφή εσωκομματική διάσταση σε επίπεδο κυβέρνησης και Νέας Δημοκρατίας, μετά την ερώτηση του Γιώργου Βλάχου προς τον Πρωθυπουργό για το κόστος, τους αναδόχους, τη διαδικασία ανάθεσης και τη διαχείριση των ανακυκλώσιμων υλικών. Το πλέον επιβαρυντικό στοιχείο είναι ότι δεν έχουν παρουσιαστεί επαρκή δημόσια δεδομένα για την πραγματική απόδοση των συγκεκριμένων εγκαταστάσεων. Και... ξέρετε τι συμβαίνει; Όταν ένας κυβερνητικός βουλευτής ζητά στοιχεία που τα αρμόδια υπουργεία δεν έχουν καταθέσει επί μήνες, το ζήτημα παύει να αποτελεί εξωτερική πίεση -από την αντιπολίτευσης ας πούμε- και μετατρέπεται σε εσωτερική αμφισβήτηση.
Μέσα σε λίγες ημέρες, λοιπόν, το Μέγαρο Μαξίμου βρέθηκε να διαχειρίζεται ένα πυκνό πλέγμα υποθέσεων που δεν επιτρέπει εύκολους επικοινωνιακούς ελιγμούς. Εκτός από την έρευνα για τα «σπιτάκια ανακύκλωσης» οι καταγγελίες του Μάριου Σαλμά επαναφέρουν τη Novartis και τον Αδωνι Γεωργιάδη στο προσκήνιο. Την ίδια στιγμή, η κατάργηση του αυτοδιοίκητου της Δικαιοσύνης τροφοδοτεί νέα συζήτηση για τα όρια της κυβερνητικής παρέμβασης, ενώ η παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου για τους χειρισμούς μετά την τραγωδία των Τεμπών ανοίγει ξανά ένα από τα πιο ευαίσθητα μέτωπα για τη Νέα Δημοκρατία, ένα ευαίσθητο θέμα το οποίο θα μπει για τα καλά στην προεκλογική ατζέντα καθώς αγγίζει το Μέγαρο Μαξίμου. Όπως μου λένε βαθυγνώστες του παρασκηνίου στην Ηρώδου Αττικού, το πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι μόνο η ύπαρξη τεσσάρων διαφορετικών κρίσεων, αλλά η ταυτόχρονη εμφάνισή τους.
Η πίεση αυτή συμπίπτει με την επιλογή του πρωθυπουργού να ανοίξει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση σε καθαρά πολιτικό χρόνο. Αντί να λειτουργήσει ως θεσμική διαδικασία ευρύτερων συναινέσεων, η αναθεώρηση παρουσιάζεται ήδη ως εργαλείο προεκλογικής διαφοροποίησης και οργανικό τμήμα της κυβερνητικής στρατηγικής. Ετσι, μια διαδικασία που απαιτεί θεσμικό βάθος και σοβαρή συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως ακόμη ένα κεφάλαιο κομματικής αντιπαράθεσης.Παράλληλα, το Μαξίμου επιλέγει σκληρή στάση απέναντι σε όσους ασκούν κριτική, είτε πρόκειται για κόμματα είτε για μέσα ενημέρωσης, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις ως υπερβολικές ή πολιτικά υποκινούμενες. Η ίδια γραμμή εμφανίζεται και στα ελληνοτουρκικά, όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδίδει στον Τύπο υπερβολή για τις καταγγελίες περί υποχωρητικότητας απέναντι στην Αγκυρα. Το αποτέλεσμα είναι ιδιότυπο πολιτικό αδιέξοδο το οποίο μπορεί να περιγραφεί ως εξής: η κυβέρνηση ζητά να κριθεί για τη σταθερότητα που εκπέμπει, αλλά αντιμετωπίζει ως εχθρική κάθε δημόσια αμφισβήτηση αυτής της εικόνας, ακόμη και όταν προέρχεται από γεγονότα που απαιτούν απαντήσεις. Χωρίς επικοινωνιακές υπεκφυγές ή συμψηφισμούς.
Η Δυτική Αθήνα εξελίσσεται αθόρυβα σε ένα από τα δυσκολότερα εσωκομματικά πεδία για το ΠΑΣΟΚ. Με βάση τη σημερινή δημοσκοπική εικόνα, το κόμμα δεν φαίνεται να εξασφαλίζει δεύτερη έδρα στην περιφέρεια, γεγονός που μετατρέπει την αναμέτρηση ανάμεσα στη Νάντια Γιαννακοπούλου και τον Λευτέρη Καρχιμάκη σε αληθινή μητέρα των μαχών. Η εν ενεργεία βουλευτής διαθέτει πολυετή παρουσία, οργανωμένες τοπικές αναφορές και εμπειρία εκλογικών αναμετρήσεων. Ο Καρχιμάκης, από την άλλη, επενδύει στην ανανέωση, στη σχέση του με την κομματική ηγεσία και στον ρόλο που έχει αναλάβει στη διαμόρφωση του κυβερνητικού προγράμματος. Οι δύο δεν διεκδικούν απλώς τον ίδιο σταυρό, αλλά διαφορετική θέση στην επόμενη ημέρα του ΠΑΣΟΚ. Η μάχη έχει ήδη αρχίσει, έστω κι αν προς το παρόν διεξάγεται με πολιτικές παρεμβάσεις και όχι με ανοιχτές προσωπικές επιθέσεις. Η αφορμή, πάντως, βρέθηκε γρήγορα.
Η πρώτη ουσιαστική διαφοροποίηση εμφανίστηκε στο ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων. Η Νάντια Γιαννακοπούλου υποστήριξε ότι η κατάργηση του νόμου Πιερρακάκη δεν έχει αποφασιστεί από την Κοινοβουλευτική Ομάδα και επανέλαβε τη δική της σταθερή θέση υπέρ των μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων. Ο Λευτέρης Καρχιμάκης κινήθηκε διαφορετικά, προαναγγέλλοντας αντικατάσταση του σημερινού πλαισίου από αυστηρότερο καθεστώς, με υψηλότερες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις και σύνδεση των ιδρυμάτων με την παραγωγική φυσιογνωμία κάθε περιοχής. Η διαφωνία έχει ιδεολογικό περιεχόμενο, αλλά δύσκολα αποσυνδέεται από την εκλογική αριθμητική της Δυτικής Αθήνας. Η Γιαννακοπούλου υπερασπίζεται μια διακριτή πολιτική ταυτότητα, ενώ ο Καρχιμάκης επιχειρεί να εμφανιστεί ως πιο αυθεντικός εκφραστής των παραδοσιακών αναφορών του Κινήματος. Πάντως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς ότι όταν υπάρχει μία μόνο διαθέσιμη έδρα, ακόμη και μια συζήτηση για το άρθρο 16 αποκτά γίνεται πεδίο σύγκρουσης σε εσωκομματικό επίπεδο. Στη Χαριλάου Τρικούπη πάντως γνωρίζουν ότι αυτό ήταν μόνο το πρώτο επεισόδιο μιας σύγκρουσης που αναμένεται να κλιμακωθεί.
Η ανάληψη της προεδρίας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ από τη Ρένα Δούρου συνοδεύτηκε από την πρώτη στιγμή από πρωτοβουλίες για την επανασύνδεση του κόμματος με πρόσωπα που διαθέτουν προηγούμενη κυβερνητική και θεσμική εμπειρία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η επικοινωνία της με τον Νίκο Κοτζιά, με τον οποίο διατηρεί πολιτική σχέση από την περίοδο της Περιφέρειας Αττικής. Οι επαφές τους επικεντρώθηκαν στις εξελίξεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά και στα ανοιχτά ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Η νέα κοινοβουλευτική ηγεσία επιδιώκει να διευρύνει τον κύκλο των συνομιλητών της και να ενισχύσει την παρουσία του ΣΥΡΙΖΑ σε πεδία όπου η εμπειρία και η τεχνογνωσία έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η προσέγγιση με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών ωστόσο, όπως μου λένε οι γνωρίζοντας, αποτυπώνει την πρόθεση για στενότερη συνεργασία, πολιτικό συντονισμό και κοινές παρεμβάσεις απέναντι στην κυβέρνηση. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι η Δούρου επιδιώκει να κινηθεί γρήγορα και να δώσει σαφέστερο πολιτικό στίγμα. Και, όπως όλα δείχνουν, μια συνεργασία... ψήνεται.
Η επαναπροσέγγιση αποκτά μεγαλύτερο βάρος επειδή ο Νίκος Κοτζιάς εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό δημόσιο ρόλο μέσω της κίνησης «ΠΡΑΤΤΩ» και να παρεμβαίνει συστηματικά σε ζητήματα διεθνών σχέσεων και στρατηγικής. Κατά τις σχετικές πληροφορίες, οι συνομιλίες με τη Ρένα Δούρου έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για πολιτική συμπόρευση, χωρίς να έχουν αποσαφηνιστεί ακόμη η μορφή και η έκτασή της. Για την Κουμουνδούρου, μια σταθερή συνεργασία με τον πρώην υπουργό μπορεί να ενισχύσει την πολιτική και προγραμματική της παρουσία, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία αναζητούνται πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα και ειδικό βάρος. Η κίνηση εντάσσεται σε ευρύτερη προσπάθεια ανασύνταξης και δημιουργίας συμμαχιών γύρω από τη νέα κοινοβουλευτική ηγεσία. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η επαφή θα περιοριστεί σε θεματικό συντονισμό ή θα εξελιχθεί σε πιο σταθερή συνεργασία ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την «ΠΡΑΤΤΩ». Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοβουλία σηματοδοτεί άνοιγμα προς παλαιούς συνεργάτες με εμπειρία και πολιτικό αποτύπωμα.
Η μεγάλη εικόνα των τραπεζικών καταθέσεων μοιάζει εντυπωσιακή μόνο όσο μένει κανείς στο συνολικό ποσό. Αν κοιτάξει χαμηλότερα, φαίνεται μια οικονομία χωρισμένη στα δύο. Σχεδόν επτά στους δέκα λογαριασμούς δεν ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ και το μέσο υπόλοιπο αυτής της κατηγορίας κινείται κοντά στα 250 ευρώ. Αυτοί οι λογαριασμοί δεν λειτουργούν ως αποταμίευση. Είναι περάσματα μισθών και συντάξεων, από τα οποία πληρώνονται ενοίκια, λογαριασμοί, δόσεις και τρόφιμα μέχρι να αδειάσουν ξανά. Την ίδια ώρα, στην ενδιάμεση ζώνη μόλις το 13% διαθέτει από 1.000 έως 5.000 ευρώ. Η αύξηση των καταθέσεων δεν περιγράφει -όπως θέλουν σκόπιμα να παρουσιάσουν κυβέρνηση, οικονομικά κέντρα και τράπεζες- μια κοινωνία που πλουτίζει, αλλά ένα τραπεζικό σύστημα στο οποίο η πλειονότητα διαχειρίζεται απλώς την επόμενη υποχρέωση. Ο πληθωρισμός τρώει την αξία των μικρών υπολοίπων και η απόσταση από την πραγματική ασφάλεια μεγαλώνει. Το χρήμα υπάρχει στους ισολογισμούς, όχι όμως εκεί όπου κρίνεται η αντοχή ενός νοικοκυριού, δηλαδή στο τέλος του μήνα, ούτε για λίγο.
Η άλλη πλευρά της εικόνας βρίσκεται στην κορυφή. Μόλις το 0,9% των λογαριασμών εμφανίζει υπόλοιπο άνω των 100.000 ευρώ, αλλά αυτή η μικρή ομάδα ελέγχει το 45,7% της συνολικής καταθετικής βάσης, δηλαδή περισσότερα από 75 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, λιγότεροι από ένας στους εκατό λογαριασμούς συγκεντρώνουν σχεδόν τα μισά χρήματα που βρίσκονται στις ελληνικές τράπεζες. Τα στοιχεία δεν αντιστοιχούν σε μοναδικά πρόσωπα, καθώς κάθε πελάτης μετρά χωριστά ανά τράπεζα και κάθε συνδικαιούχος καταγράφεται αυτοτελώς. Περιλαμβάνονται επίσης επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα. Η τεχνική αυτή παρατήρηση δεν αλλάζει την ουσία. Η ρευστότητα έχει συγκεντρωθεί σε λίγους, σε πολύ λίγους, σε πάρα πολύ λίγους, ενώ η μεγάλη μάζα των καταθετών παραμένει χωρίς ουσιαστικό απόθεμα προστασίας.
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαιτέρως βολική για τις τράπεζες. Η μεγάλη συνολική δεξαμενή καταθέσεων τους εξασφαλίζει φθηνή χρηματοδότηση και περιορίζει την ανάγκη να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις στους πελάτες. Με τα επιτόκια προθεσμιακών να μένουν χαμηλά και συχνά κάτω από τον πληθωρισμό, οι καταθέτες χάνουν αγοραστική δύναμη την ώρα που τα πιστωτικά ιδρύματα προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους τους. Οι παλαιότερες εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν σε πόσο λίγοι βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας, αφού λίγες χιλιάδες πρόσωπα βρίσκονται στις πολύ υψηλές κατηγορίες και μόλις μερικές δεκάδες διαθέτουν τραπεζικά υπόλοιπα πολλών εκατομμυρίων. Το σύστημα εμφανίζεται πλημμυρισμένο από ρευστότητα, αλλά τα περισσότερα νοικοκυριά δεν διαθέτουν ούτε ένα ευρώ και αυτό δεν είναι υπερβολή. Οι καταθέσεις θωρακίζουν τους ισολογισμούς των τραπεζών πολύ περισσότερο απ’ όσο θωρακίζουν την καθημερινότητα των πολιτών. Και αυτή είναι ίσως η πιο αποκαλυπτική πλευρά των στοιχείων, ότι δηλαδή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα μπορεί να συνυπάρχει απολύτως με την κοινωνική ανασφάλεια...
Η κινεζική αγορά ξαναμπαίνει δυνατά στον ελληνικό οικονομικό χάρτη, αλλά αυτή τη φορά το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στις εισαγωγές. Το 2025 οι ελληνικές εξαγωγές προς την Κίνα έφτασαν τα 697,2 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 68,1%, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν στα 6,48 δισ. ευρώ. Το εμπορικό έλλειμμα παραμένει μεγάλο, όμως περιορίστηκε κατά περίπου 740 εκατ. ευρώ και αυτό είναι η πρώτη ουσιαστική ένδειξη ότι η σχέση αρχίζει να αποκτά πιο ισορροπημένα χαρακτηριστικά. Τα πετρελαιοειδή έδωσαν τη μεγάλη ώθηση, με εξαγωγές 279 εκατ. ευρώ και αύξηση 1.972%, ενώ τα φάρμακα ακολούθησαν με 102,7 εκατ. ευρώ. Μάρμαρα, μεταλλεύματα και χαλκός συμπλήρωσαν την εικόνα. Το ερώτημα, πλέον, είναι αν η Ελλάδα θα μείνει σε λίγους ισχυρούς κωδικούς ή θα αξιοποιήσει τη διεύρυνση της κινεζικής μεσαίας τάξης για να ανοίξει χώρο σε ελαιόλαδο, γαλακτοκομικά, χυμούς και προϊόντα τεχνολογίας. Η ανάκαμψη είναι πραγματική, αλλά το μεγάλο στοίχημα είναι να αποκτήσει διάρκεια και μεγαλύτερο παραγωγικό βάθος.
Η δεύτερη πλευρά της σχέσης βρίσκεται ήδη στην ελληνική αγορά. Οι κινεζικές τοποθετήσεις εξακολουθούν να κατευθύνονται σε υποδομές, ενέργεια, logistics, τηλεπικοινωνίες και ακίνητα, με τη Golden Visa να λειτουργεί ως ο πιο σταθερός δίαυλος εισόδου κεφαλαίων. Από το 2013 έως το τέλος του 2024 είχαν χορηγηθεί 15.115 άδειες σε επενδυτές, από τις οποίες οι 8.607 αφορούσαν σε Κινέζους πολίτες. Πάνω από τους μισούς επενδυτές του προγράμματος προέρχονται από την Κίνα, ενώ μόνο τη διετία 2023-2024 οι σχετικές επενδύσεις έφτασαν τα 4,47 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί το Πεκίνο εξακολουθεί να βλέπει την Ελλάδα όχι μόνο ως τουριστικό προορισμό, αλλά και ως πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά. Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι μονοδιάστατο. Η Αθήνα αναζητά περισσότερες κινεζικές επενδύσεις, αλλά ταυτόχρονα θέλει μεγαλύτερη πρόσβαση των ελληνικών προϊόντων στην Κίνα. Η επόμενη φάση θα κριθεί από το αν οι δύο ροές θα κινηθούν παράλληλα και όχι μόνο προς τη μία κατεύθυνση.
Ο τομέας που μπορεί να αλλάξει γρηγορότερα την εικόνα είναι ο τουρισμός. Οι αφίξεις από την Κίνα είχαν φτάσει τις 164.000 το 2019 και, μετά την κατάρρευση της πανδημίας, ανέκαμψαν στις 95.311 το 2023. Οι Κινέζοι ταξιδιώτες μένουν συνήθως πέντε έως οκτώ νύχτες, επιλέγουν ξενοδοχεία τριών έως πέντε αστέρων και δαπανούν έως 2.500 ευρώ ανά ταξίδι. Το 80% αγοράζει πακέτα αποκλειστικά για την Ελλάδα, ένδειξη ότι η χώρα δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως στάση σε μια ευρωπαϊκή διαδρομή. Αθήνα, Σαντορίνη, Μύκονος, Κρήτη, Δελφοί, Ολυμπία και Μετέωρα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά η νέα ζήτηση στρέφεται και σε γαστρονομία, πολιτισμό, ιαματικό τουρισμό, γάμους και θεματικά ταξίδια. Οι απευθείας συνδέσεις με Πεκίνο, Σαγκάη και Τσενγκντού μπορούν να επιταχύνουν την επιστροφή. Το κρίσιμο, όμως, θα είναι η προσαρμογή, που σημαίνει ευκολότερες θεωρήσεις εισόδου, ηλεκτρονικές πληρωμές και ουσιαστική παρουσία στις κινεζικές ψηφιακές πλατφόρμες. Η ευκαιρία υπάρχει, αλλά το αν θα μετατραπεί σε σταθερή ροή εσόδων εξαρτάται πλέον κυρίως από την ελληνική προετοιμασία.